α) Ο Ζεύς, όπως και όλοι οι Εθνικοί Θεοί των Ελλήνων, είναι μία Κοσμική ή Φυσική Δύναμη και, συγχρόνως, είναι μία Ιδέα. Εκφράζει την φερέσβιο ρώμη του Κεραυνού αλλά και την Αρμονία που επιτρέπει στον Κόσμο να ίσταται ως τέτοιος. Η ελληνική Εθνική θρησκεία είναι μία φυσική θρησκεία. Ο χριστιανισμός, αντιθέτως, είναι μία θρησκεία ηθική και κατά άμεση συνέπεια περιέχει στην διδασκαλία του ένα πλήθος αυθαιρεσιών αφού η διδασκαλία αυτή δεν πηγάζει από την Ιερή Μήτρα κάθε γνώσης, κάθε αρετής και κάθε φιλοσοφίας που είναι η Φύσις. Ακόμη και οι μυθικές αφηγήσεις της Εθνικής μας θρησκείας για τον θάνατο και την αναγέννηση κάποιων Θεών (όπως είναι ο Διόνυσος, ο Άδωνις ή η Περσεφόνη που κατέρχεται στον Άδη για τον ένα τρίτο του ενιαυτού) μας διδάσκουν τον φυσικό κύκλο των εποχών και του ενιαυτού. Ουδέποτε διετύπωσαν οι Έλληνες την αφελή και ανόητη δοξασία πως ο Διόνυσος, λόγου χάριν, "πεθαίνει" για & τις αμαρτίες των θνητών. Ο Τζεσουά, αντιθέτως, μέσα στην (από πολιτική σκοπιά άκρως επικίνδυνη) λογική του ιουδαϊκού μεσσιανισμού, πεθαίνει για να σώσει μία ανθρωπότητα που δεν αναζητούσε σωτηρία από ένα προπατορικό αμάρτημα που δεν γνώριζε να έχει διαπράξει. β) Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως και οι σημερινοί Έλληνες Εθνικοί, λατρεύουν τον Έρωτα. Οι Έλληνες είναι ερωτευμένοι με τους Θεούς τους. Ο χριστιανισμός, αντιθέτως, απαρνήθηκε τον Έρωτα και χαρακτήρισε την ερωτική πράξη, όταν αυτή δεν τελείται στο πλαίσιο του γάμου, ως έγκλημα απέναντι στον ανέραστο λατρευόμενο θεό του. γ) Ο Ζεύς, όπως είδαμε δεν επιθυμεί να είναι ο μοναδικός κυρίαρχος του Κόσμου, σε αντίθεση προς τους Γιαχβέ και Τζεσουά που διεκδικούν απόλυτη κυριαρχία. Αλλά οι Γιαχβέ και Τζεσουά δεν ημπορούν να συγκριθούν ούτε με τον Κρόνο αφού αυτός ουδέποτε παρουσιάσθηκε από τους Έλληνες ως "ηθικός κριτής", ως κάτι διαφορετικό, δηλαδή από μία Φυσική Δύναμη. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η σχέση της Εθνικής μας πολυθεϊστικής θρησκείας με την Δημοκρατία (που ήταν για τους χριστιανούς επισκόπους Civitas Diaboli, διαβολικό πολίτευμα) όπως και η αντίστοιχη σχέση του Ιουδαιοχριστιανισμού με την μοναρχία. Ο Ευσέβιος Καισαρείας μάλιστα είχε διατυπώσει την άποψη κατά την οποίαν "όπως ακριβώς υπάρχει ένας μόνον θεός στον ουρανό, έτσι και επιβάλλεται να υπάρχει ένας μόνον ηγεμόνας επί της γης". Είναι άλλωστε ολοφάνερο πως ο Ζευς είναι ένας Επαναστάτης Θεός (και προστάτης των ανά τον κόσμο επαναστατημένων ανθρώπων και λαών) που εξεγείρεται εναντίον της μοναρχίας ου Κρόνου, σε αντίθεση προς τον Τζεσουά ο οποίος (και αν πιστέψουμε όσα η ίδια η χριστιανική μυθολογία αφηγείται) προέτρεπε τους ομοεθνείς του να αποδίδουν στον κατακτητή Καίσαρα όσα ο ίδιος απαιτούσε (με αντάλλαγμα, ομολογουμένως, πολλές ευεργεσίες των Ρωμαίων προς το ιουδαϊκό έθνος), προτροπή η οποία είχε ως αποτέλεσμα να τον απαρνηθεί ο ίδιος ο δικός του λαός επιλέγοντας να σώσει, αντί του Τζεσουά, τον πραγματικό επαναστάτη Βαραβά. Αυτά οι Ιουδαίοι. Και οι ΄Ελληνες; Με την βία του ξίφους τους επεβλήθη η θρησκεία του Τζεσουά και αναγκάσθηκαν, όπως το λέει και πάλι ο Αθάνατος Αλεξανδρινός, "οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν, μήτε να κρίνουν ή να συζητούν, μήτε να εκλέγουν πια, ν' ακολουθούνε μόνο" (3) δ) Οι Εθνικοί Θεοί των Ελλήνων, που δεν είναι μόνον δώδεκα (ο αριθμός είναι συμβολικός) αλλά χιλιάδες ευρίσκονται εντός του Κόσμου σε αντίθεση με τον θεό των χριστιανών που τίθεται από τους πιστούς του εκτός και υπεράνω του Κόσμου, αντίληψη ολοφάνερα παράλογη και αντιεπιστημονική. Αντιθέτως, η Τιτανομαχία και η Γιγαντομαχία όπως τις αφηγείται ο ελληνικός Μύθος αλλά και οι Μύθοι πολλών ευρωπαϊκών λαών (όπως, λόγου χάριν, των Γαλατών και των Κελτών) παρουσιάζουν έντονες αντιστοιχίες προς τις σύγχρονες απόψεις των φυσικών επιστημόνων για την γένεση του Σύμπαντος. ε) Υψηλότερα ακόμη και από αυτόν τον Δία, οι Έλληνες τοποθετούν την Ανάγκη, την ισχυρότατη αυτή Δύναμη που υπερβαίνει τους Θεούς και ταυτίζεται με το Είναι, ταυτίζεται δηλαδή με την Φύση όπως την εννόησαν οι Έλληνες. Οι χριστιανοί δεν τοποθετούν καμία Δύναμη υπεράνω του δικτάτορος Γιαχβέ του οποίου μάλιστα το όνομα απαγορεύεται να &εκφέρουν, προφανώς για να μην συνειδητοποιήσουν ότι ο λατρευόμενος θεός τους δεν είναι άλλος από τον Εθνικό θεό των Ιουδαίων Γιαχβέ ή Ιεχωβά. Αυτές δεν είναι οι μοναδικές διαφορές που ανοίγουν το βαθύ και αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Εθνική θρησκεία των Ελλήνων και τον χριστιανισμό. Είναι όμως οι κυριότερες.
Δυϊσμός ή και Διαρχία είναι η φιλοσοφική θεωρία η οποία δέχεται ότι ο κόσμος ή η πραγματικότητα βασίζεται στην ύπαρξη δύο αρχών με ριζική διάκριση και ανομοιότητα (π.χ. αισθητό-νοητό ή πνευματικό-υλικό). Πρόκειται γενικά για κάθε θεωρία που χωρίζει τον κόσμο σε δύο σφαίρες και αρνείται την ενότητά του.
Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
ΠΛΑΤΩΝΑΣ(ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΜΥΘΟΣ)
Ο Πλάτωνας επιλέγει να κλείσει το πολυσύνθετο έργο του , την «Πολιτεία», με μια αισιόδοξη διδαχή, ένα βαρυσήμαντο μύθο, που αναφέρεται στη μεταθανάτια ζωή. Ο δίκαιος άνθρωπος επιβραβεύεται και σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντίθετα οι άδικοι, οι τύραννοι, οι κακούργοι , τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη αυτής της απόδοσης της δικαιοσύνης στον άλλο κόσμο , είναι η μαρτυρία του Ηρός του Αρμενίου, την οποία εκθέτει μέσα από το στόμα του Σωκράτη.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Ηρ ο γιος του Αρμενίου, που ήταν γενναίος πολεμιστής, σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης ανάμεσα στα πτώματα των υπολοίπων πολεμιστών που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν μεταφέρει σπίτι του, τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε δει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.
Η ψυχή του, όπως διηγείται ο ίδιος ο Ηρ στο μύθο, που είχε φύγει από το σώμα του, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό. Εκεί υπήρχαν δύο ανοίγματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο απέναντί του πάνω στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές, οι οποίοι , αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω, μέσα από τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω.
Όταν παρουσιάστηκε ο Ηρ στους δικαστές, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε εκεί για να γίνει αγγελιοφόρος και να τα ανακοινώσει αργότερα όλα στους ζωντανούς. Έβλεπε εκεί τις ψυχές που είχαν δικαστεί, να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από τα ανοίγματα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Όλες οι ψυχές πήγαιναν προς ένα λιβάδι και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τη γη, έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την πορεία τους κάτω από τη γη, που είχε κρατήσει χίλια χρόνια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν όλα τα ευχάριστα που είχαν δοκιμάσει και όλη την ομορφιά που είχαν αντικρίσει.
Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα, πλήρωναν για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Επίσης με την ίδια αναλογία, δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους θεούς ή τους γονείς ή για όσους είχαν σκοτώσει με τα ίδια τους τα χέρια. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους πολλούς που είχαν διαπράξει πολλά ανομήματα, τον πέταξαν στον Τάρταρο.
Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν ουράνιο τόξο, αλλά πολύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που το συγκρατούσαν. Αυτό το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, το οποίο προκαλεί όλες τις κινήσεις . Το αδράχτι είχε στέλεχος και αγκίστρι από σκληρό μέταλλο και σφόνδυλο που ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα έβγαζε από μέσα της έναν ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν ένα αρμονικό ταίριασμα από νότες. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων, πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος και τραγουδούσαν η καθεμιά πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μελλούμενα.
Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας προφήτης έπειτα πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης πολλά παραδείγματα ζωής, τα τοποθέτησε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό, απήγγειλε ένα λόγο της Λάχεσης που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους για τη σειρά που θα διαλέξουν. Ο καθέναν έπρεπε ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
Οι αφιλοσόφητες ψυχές έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Είδε την ψυχή του Οδυσσέα, που ’χε τον τελευταίο κλήρο, να διαλέγει την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Επίσης είδε πολλές ψυχές ανθρώπων να επιλέγουν ζωές ζώων και πολλών ζώων να επιλέγουν ζωές ανθρώπων.
Μετά την επιλογή της κάθε ψυχή πήγαινε μπροστά στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά ένα δαίμονα που θα τη συνόδευε στη ζωή που είχε διαλέξει. Ο δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή στην Κλωθώ για να επικυρώσει αυτή την επιλογή της μοίρας της κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο, η οποία έκανε αμετάστροφη την επικύρωση της Κλωθώς. Έπειτα όλες οι ψυχές, χωρίς να κοιτάζουν πίσω, προχωρούσαν προς την πεδιάδα της λήθης όπου κατασκήνωναν εκεί και έπιναν από το νερό του Αμέλητα ποταμού και σιγά σιγά ο καθένας ξεχνούσε τα πάντα. Τα μεσάνυχτα, μετά από δυνατή βροντή και σεισμό οι ψυχές άρχιζαν να αναπηδούν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα. Τον ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς είδε πως ήταν πρωί και βρισκόταν πάνω στην πυρά.
Ο μύθος του Ηρός είναι επίνοια του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος έχει αντλήσει στοιχεία από κάποια προφορική παράδοση, από τη λαϊκή πίστη, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μεταφυσική και από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων. Ιδιαίτερη σημασία, έχει να προσέξουμε στο μύθο τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται από τις ψυχές, η εκλογή της νέας τους ζωής και μάλιστα πριν λάβουν το νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Και αυτό, για να μπορούν να έχουν όλη τη γνώση και όλη την πείρα που χρειάζονται, για να διαλέξουν ενσυνείδητα τη ζωή που θέλουν. Σε αυτό, συμβάλει ο διάλογος που γίνεται μεταξύ των ψυχών σε εκείνο το λιβάδι και σκοπός του είναι, να μεταδώσει η μια ψυχή στην άλλη, την πείρα που έχει από όλα όσα έχει βιώσει. Οι μεν ψυχές, που έρχονται από τον ουρανό, να μιλήσουν στις άλλες για όλη την ευδαιμονία και την απέραντη ομορφιά που είχαν αντικρίσει και οι δε ψυχές, που έρχονται από τα έγκατα της γης, να ομολογήσουν στις άλλες, τη χιλιόχρονη, κακότυχη πορεία τους μέσα στη γη. Όλο αυτό το συναπάντημα των ψυχών, ανθρώπων κάθε λογής. Ο Πλάτωνας το παρομοιάζει με πανηγύρι όπου όλες οι ψυχές ανταλλάσσουν η μία με την άλλη, όχι υλικά αγαθά, αλλά την πείρα τους και την γνώση τους για τη ζωή.
Βλέπουμε εδώ την μεγάλη σημασία της πείρας που έχει αποκτήσει η ψυχή από την προηγούμενη ζωή της επάνω στη γη, για την απόφαση που θα πρέπει να πάρει, για τη μοίρα που θα διαλέξει. Η εκλογή του καινούργιου βίου, στηρίζεται στην ανάμνηση αυτής της γνώσης που έχει η ψυχή από την πείρα της και είναι μη αναστρέψιμη. Γι’ αυτό η ψυχή, δεν πρέπει να κάνει αλόγιστη εκλογή, αλλά να προσέξει πολύ.
Είναι πολύ σημαντικό επίσης, το γεγονός της ελευθερίας της εκλογής και θέλει να μας δηλώσει ο Πλάτωνας εδώ, τη μεταφυσική ευθύνη που έχει ο κάθε άνθρωπος για τη ζωή του. Η ευθύνη αυτή αγγίζει την αιωνιότητα. Ο καθένας είναι απόλυτα ελεύθερος να διαλέξει τη μοίρα του και μόνο ο ίδιος έχει την ευθύνη, χωρίς να παρεμβαίνει κανένας θεός. Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου έχοντας ακόμα τη γνώση και την πείρα, χωρίς ακόμα να έχει πιει το νερό της λήθης, διαλέγει ανάμεσα σε πολλά παραδείγματα ζωής αυτό που θέλει.
Τα παραδείγματα που έχουν μπροστά τους οι ψυχές, είναι πολύ περισσότερα από το σύνολό τους και γι’ αυτό αν αναλογιστούν και τη γνώση που έχουν, μπορούν να διαλέξουν αυτό που τους αρμόζει. Και για να φανεί, ότι η ευθύνη και η δυσκολία, είναι η ίδια και για τον πρώτο και για τον τελευταίο που θα διαλέξει, ο προφήτης της Μοίρας Λάχεσης, αναφέρει ότι, δεν θα πρέπει, ούτε ο πρώτος να είναι ανέμελος ούτε ο τελευταίος να χάνει το κουράγιο του.
Ο ίδιος ο Πλάτωνας, τονίζει τον κίνδυνο και τη δυσκολία αυτής της εκλογής, όταν κατά κάποιο τρόπο, βάζει το Σωκράτη να κόβει για λίγο το μύθο και να ξαναγυρίζει στο λόγο. Απευθύνεται στο Γλαύκωνα, λέγοντάς του, ότι θα πρέπει ο καθένας με μεγάλη φροντίδα και ακρίβεια να ξεχωρίζει το χρηστό από τον πονηρό βίο και να διαλέξει τον πιο καλό. Ωστόσο ακόμη και τώρα διατηρεί την εικόνα του μύθου ζωντανή.
Η ψυχή επίσης δεν μπορεί να επηρεαστεί από πουθενά, αφού δεν μπορεί να δεχτεί βοήθεια, ούτε από τους θεούς ούτε από τις Μοίρες. Έχει ως μοναδική βοήθεια την ανάμνηση, τη γνώση και την πείρα που έχει αποκτήσει κατά την διάρκεια της ζωής της στη γη.
Κάτι που θέλει επίσης ο μύθος να παραστήσει ανάγλυφα, είναι η ενότητα της προσωπικότητας, στην οποία ο άνθρωπος κατευθύνεται, μέσα από τις πράξεις του και τις αποφάσεις του. Αυτή η ενότητα της προσωπικότητας, είναι το ιδανικό τέρμα των μόχθων του, αλλά είναι και σαν να ξεκινάει από την ιδανική αρχή του, όπως χαρακτηριστικά, αναφέρει ο Θεοδωρακόπουλος.
Έχουμε μπροστά μας έτσι, μέσα από την παραστατική αφήγηση του Σωκράτη, όλη την πραγματικότητα που θέλει να μας διδάξει ο Πλάτωνας για την ψυχή του ατόμου, όταν αυτή βρίσκεται πλέον στον άλλο κόσμο. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε , είναι ότι στη ψυχή, αποδίδεται πλήρως δικαιοσύνη και παράλληλα ελευθερία, να επιλέξει ενσυνείδητα, βάση της πείρας της, τη μοίρα της για την επόμενη ζωή της.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Ηρ ο γιος του Αρμενίου, που ήταν γενναίος πολεμιστής, σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης ανάμεσα στα πτώματα των υπολοίπων πολεμιστών που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν μεταφέρει σπίτι του, τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε δει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.
Η ψυχή του, όπως διηγείται ο ίδιος ο Ηρ στο μύθο, που είχε φύγει από το σώμα του, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό. Εκεί υπήρχαν δύο ανοίγματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο απέναντί του πάνω στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές, οι οποίοι , αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω, μέσα από τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω.
Όταν παρουσιάστηκε ο Ηρ στους δικαστές, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε εκεί για να γίνει αγγελιοφόρος και να τα ανακοινώσει αργότερα όλα στους ζωντανούς. Έβλεπε εκεί τις ψυχές που είχαν δικαστεί, να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από τα ανοίγματα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Όλες οι ψυχές πήγαιναν προς ένα λιβάδι και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τη γη, έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την πορεία τους κάτω από τη γη, που είχε κρατήσει χίλια χρόνια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν όλα τα ευχάριστα που είχαν δοκιμάσει και όλη την ομορφιά που είχαν αντικρίσει.
Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα, πλήρωναν για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Επίσης με την ίδια αναλογία, δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους θεούς ή τους γονείς ή για όσους είχαν σκοτώσει με τα ίδια τους τα χέρια. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους πολλούς που είχαν διαπράξει πολλά ανομήματα, τον πέταξαν στον Τάρταρο.
Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν ουράνιο τόξο, αλλά πολύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που το συγκρατούσαν. Αυτό το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, το οποίο προκαλεί όλες τις κινήσεις . Το αδράχτι είχε στέλεχος και αγκίστρι από σκληρό μέταλλο και σφόνδυλο που ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα έβγαζε από μέσα της έναν ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν ένα αρμονικό ταίριασμα από νότες. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων, πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος και τραγουδούσαν η καθεμιά πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μελλούμενα.
Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας προφήτης έπειτα πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης πολλά παραδείγματα ζωής, τα τοποθέτησε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό, απήγγειλε ένα λόγο της Λάχεσης που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους για τη σειρά που θα διαλέξουν. Ο καθέναν έπρεπε ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
Οι αφιλοσόφητες ψυχές έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Είδε την ψυχή του Οδυσσέα, που ’χε τον τελευταίο κλήρο, να διαλέγει την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Επίσης είδε πολλές ψυχές ανθρώπων να επιλέγουν ζωές ζώων και πολλών ζώων να επιλέγουν ζωές ανθρώπων.
Μετά την επιλογή της κάθε ψυχή πήγαινε μπροστά στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά ένα δαίμονα που θα τη συνόδευε στη ζωή που είχε διαλέξει. Ο δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή στην Κλωθώ για να επικυρώσει αυτή την επιλογή της μοίρας της κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο, η οποία έκανε αμετάστροφη την επικύρωση της Κλωθώς. Έπειτα όλες οι ψυχές, χωρίς να κοιτάζουν πίσω, προχωρούσαν προς την πεδιάδα της λήθης όπου κατασκήνωναν εκεί και έπιναν από το νερό του Αμέλητα ποταμού και σιγά σιγά ο καθένας ξεχνούσε τα πάντα. Τα μεσάνυχτα, μετά από δυνατή βροντή και σεισμό οι ψυχές άρχιζαν να αναπηδούν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα. Τον ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς είδε πως ήταν πρωί και βρισκόταν πάνω στην πυρά.
Ο μύθος του Ηρός είναι επίνοια του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος έχει αντλήσει στοιχεία από κάποια προφορική παράδοση, από τη λαϊκή πίστη, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μεταφυσική και από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων. Ιδιαίτερη σημασία, έχει να προσέξουμε στο μύθο τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται από τις ψυχές, η εκλογή της νέας τους ζωής και μάλιστα πριν λάβουν το νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Και αυτό, για να μπορούν να έχουν όλη τη γνώση και όλη την πείρα που χρειάζονται, για να διαλέξουν ενσυνείδητα τη ζωή που θέλουν. Σε αυτό, συμβάλει ο διάλογος που γίνεται μεταξύ των ψυχών σε εκείνο το λιβάδι και σκοπός του είναι, να μεταδώσει η μια ψυχή στην άλλη, την πείρα που έχει από όλα όσα έχει βιώσει. Οι μεν ψυχές, που έρχονται από τον ουρανό, να μιλήσουν στις άλλες για όλη την ευδαιμονία και την απέραντη ομορφιά που είχαν αντικρίσει και οι δε ψυχές, που έρχονται από τα έγκατα της γης, να ομολογήσουν στις άλλες, τη χιλιόχρονη, κακότυχη πορεία τους μέσα στη γη. Όλο αυτό το συναπάντημα των ψυχών, ανθρώπων κάθε λογής. Ο Πλάτωνας το παρομοιάζει με πανηγύρι όπου όλες οι ψυχές ανταλλάσσουν η μία με την άλλη, όχι υλικά αγαθά, αλλά την πείρα τους και την γνώση τους για τη ζωή.
Βλέπουμε εδώ την μεγάλη σημασία της πείρας που έχει αποκτήσει η ψυχή από την προηγούμενη ζωή της επάνω στη γη, για την απόφαση που θα πρέπει να πάρει, για τη μοίρα που θα διαλέξει. Η εκλογή του καινούργιου βίου, στηρίζεται στην ανάμνηση αυτής της γνώσης που έχει η ψυχή από την πείρα της και είναι μη αναστρέψιμη. Γι’ αυτό η ψυχή, δεν πρέπει να κάνει αλόγιστη εκλογή, αλλά να προσέξει πολύ.
Είναι πολύ σημαντικό επίσης, το γεγονός της ελευθερίας της εκλογής και θέλει να μας δηλώσει ο Πλάτωνας εδώ, τη μεταφυσική ευθύνη που έχει ο κάθε άνθρωπος για τη ζωή του. Η ευθύνη αυτή αγγίζει την αιωνιότητα. Ο καθένας είναι απόλυτα ελεύθερος να διαλέξει τη μοίρα του και μόνο ο ίδιος έχει την ευθύνη, χωρίς να παρεμβαίνει κανένας θεός. Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου έχοντας ακόμα τη γνώση και την πείρα, χωρίς ακόμα να έχει πιει το νερό της λήθης, διαλέγει ανάμεσα σε πολλά παραδείγματα ζωής αυτό που θέλει.
Τα παραδείγματα που έχουν μπροστά τους οι ψυχές, είναι πολύ περισσότερα από το σύνολό τους και γι’ αυτό αν αναλογιστούν και τη γνώση που έχουν, μπορούν να διαλέξουν αυτό που τους αρμόζει. Και για να φανεί, ότι η ευθύνη και η δυσκολία, είναι η ίδια και για τον πρώτο και για τον τελευταίο που θα διαλέξει, ο προφήτης της Μοίρας Λάχεσης, αναφέρει ότι, δεν θα πρέπει, ούτε ο πρώτος να είναι ανέμελος ούτε ο τελευταίος να χάνει το κουράγιο του.
Ο ίδιος ο Πλάτωνας, τονίζει τον κίνδυνο και τη δυσκολία αυτής της εκλογής, όταν κατά κάποιο τρόπο, βάζει το Σωκράτη να κόβει για λίγο το μύθο και να ξαναγυρίζει στο λόγο. Απευθύνεται στο Γλαύκωνα, λέγοντάς του, ότι θα πρέπει ο καθένας με μεγάλη φροντίδα και ακρίβεια να ξεχωρίζει το χρηστό από τον πονηρό βίο και να διαλέξει τον πιο καλό. Ωστόσο ακόμη και τώρα διατηρεί την εικόνα του μύθου ζωντανή.
Η ψυχή επίσης δεν μπορεί να επηρεαστεί από πουθενά, αφού δεν μπορεί να δεχτεί βοήθεια, ούτε από τους θεούς ούτε από τις Μοίρες. Έχει ως μοναδική βοήθεια την ανάμνηση, τη γνώση και την πείρα που έχει αποκτήσει κατά την διάρκεια της ζωής της στη γη.
Κάτι που θέλει επίσης ο μύθος να παραστήσει ανάγλυφα, είναι η ενότητα της προσωπικότητας, στην οποία ο άνθρωπος κατευθύνεται, μέσα από τις πράξεις του και τις αποφάσεις του. Αυτή η ενότητα της προσωπικότητας, είναι το ιδανικό τέρμα των μόχθων του, αλλά είναι και σαν να ξεκινάει από την ιδανική αρχή του, όπως χαρακτηριστικά, αναφέρει ο Θεοδωρακόπουλος.
Έχουμε μπροστά μας έτσι, μέσα από την παραστατική αφήγηση του Σωκράτη, όλη την πραγματικότητα που θέλει να μας διδάξει ο Πλάτωνας για την ψυχή του ατόμου, όταν αυτή βρίσκεται πλέον στον άλλο κόσμο. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε , είναι ότι στη ψυχή, αποδίδεται πλήρως δικαιοσύνη και παράλληλα ελευθερία, να επιλέξει ενσυνείδητα, βάση της πείρας της, τη μοίρα της για την επόμενη ζωή της.
Η "ΨΥΧΗ" ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Η ελληνική λέξη «ψυχή» ακολούθησε δύο βασικές πορείες. Η πρώτη σχετίζεται με τη χρήση της στον καθημερινό λόγο, όπου δηλώνει την «πνοή», τη «φυσική ζωή», το «θάρρος» ή το «ήθος», και η δεύτερη αφορά τις ειδικές χρήσεις της στις θρησκευτικές δοξασίες και τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές ως μια αόρατη—και για μερικούς άυλη ή και αθάνατη—ουσία που δίνει ζωή στο σώμα, το ελέγχει και για πολλούς επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος, μεταβαίνοντας σε έναν τόπο δυστυχίας ή μακαριότητας ή, για άλλους, σε κάποιο διαφορετικό σώμα. Μολονότι πρέπει να διαχωριστούν αυτές οι δύο πορείες, καθώς και οι ειδικές σημασίες της λέξης όταν χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος από τους εκάστοτε φιλοσόφους, η κατωτέρω συνοπτική αναδρομή παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία της αλληλεπίδρασης αυτών των δύο πορειών, που συνέβαλαν στην εξέλιξη του σημασιολογικού περιεχομένου της.
Στην ελληνική γραμματεία η λέξη «ψυχή» πρωτοαπαντά στον Όμηρο και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτές σχετίζονται πάντα με τον άνθρωπο, όπου η «ψυχή» παρουσιάζεται είτε ως κάτι το οποίο κινδυνεύει να χάσει ο πολεμιστής στη μάχη είτε ως κάτι που μετά τον θάνατο του σώματος μεταβαίνει στον Άδη, δηλαδή τον κάτω κόσμο. Εκεί ονομάζεται επίσης «εἴδωλον» επειδή διατηρεί τη μορφή και την προσωπικότητα του εκλιπόντος, αλλά βρίσκεται σε μια εξαιρετικά υποβιβασμένη κατάσταση. Μερικές ψυχές, ωστόσο, έχουν την τύχη να πάνε στα Ηλύσια Πεδία, απολαμβάνοντας αθανασία με τους θεούς. Η ομηρική άποψη για τη μετά θάνατον ζωή φαίνεται να προέρχεται από τους μύθους της Μεσοποταμίας και διατηρείται στη λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων επί πολλούς αιώνες, ακόμη και στη μετά Χριστόν εποχή, αν και φυσικά από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή εμφανίζονται διαφορές στις αντιλήψεις. Παράλληλα, όμως, αρχίζουν να αναπτύσσονται και να γίνονται δημοφιλείς και άλλες θεωρίες περί της ψυχής και της μετά θάνατον ζωής.
Στα γραπτά της προσωκρατικής εποχής (7ος-5ο αι. π.Χ.) παρατηρείται η γενίκευση στη χρήση του όρου «ψυχή», η οποία από τότε χρησιμοποιείται ως συνώνυμη της «ζωής» ή, ακόμη γενικότερα, ως η κινητήρια δύναμη της φύσης. Ως εκ τούτου, έμψυχο χαρακτηρίζεται οτιδήποτε κινείται, και ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί τον μαγνήτη έμψυχο λόγω των ελκτικών του ιδιοτήτων. Σε παρόμοιο πλαίσιο, οι Ίωνες φιλόσοφοι γενικά βλέπουν τον κόσμο ως «ἔμψυχον καὶ δαιμόνων πλήρη».—Βλ. στην Καθολική Εγκυκλοπαίδεια το λήμμα Υλοζωϊσμός.
Τον 5ο αι. στον καθημερινό λόγο η ψυχή επιπλέον σημαίνει την έδρα των σωματικών επιθυμιών, των συναισθημάτων και της νόησης. Παράλληλα αρκετοί, μεταξύ των οποίων ο Θουκυδίδης και ο Ιπποκράτης, χρησιμοποιούν τον εν λόγω όρο ή παράγωγά του για να δηλώσουν το θάρρος ή, γενικότερα, το ήθος του ανθρώπου. Ειδικά η τελευταία σημασιολογική προέκταση της «ψυχής» στον καθημερινό λόγο, που περιλαμβάνει και το έλλογο μέρος του ανθρώπου, εικάζεται ότι οφείλεται στην ορολογία των Πυθαγορείων.
Οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, πιθανώς επηρεασμένοι από ανατολικές θρησκευτικές δοξασίες, πιστεύουν ότι η ψυχή είναι θεϊκή στη φύση της, ότι έχει φυλακιστεί στο σώμα και ότι μετενσαρκώνεται. Οι Ορφικοί υποστηρίζουν ότι η οριστική απελευθέρωση της ψυχής από τους κύκλους των μετενσαρκώσεων και η μόνιμη διαμονή της στα Ηλύσια Πεδία επιτυγχάνεται με τρεις ενάρετες ζωές. Αντιθέτως, οι ψυχές των αδίκων υφίστανται τιμωρίες και επιπλέον ενσαρκώσεις. Οι Πυθαγόρειοι διδάσκουν ότι η ηθική ζωή οδηγεί σε ανώτερες μετενσαρκώσεις, μέχρι να επιτευχθεί η ένωση με το θείον. Η αποχή των Ορφικών και των Πυθαγορείων από κρέας έχει ερμηνευτεί ως εκδήλωση σεβασμού προς τις μετενσαρκωμένες ψυχές.
Ο Παρμενίδης, που θεωρείται μαθητής των Πυθαγορείων Αμινίου και Διοχαίτου και ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής, θεωρούσε ότι οι ψυχές προέρχονται από τον ουρανό.
Ο Ηράκλειτος τόνιζε ότι η ψυχή επηρεάζεται δυσμενώς από το ποτό, συσχετίζοντάς την έτσι στενά με το σώμα και γενικά με την ύλη, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του, αλλά τη θεωρεί λεπτή και αιθέρια.
Ο Εμπεδοκλής, επηρεασμένος από τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους, δίδασκε ότι οι αμαρτωλοί πρέπει να περιπλανηθούν επί 30.000 έτη στη «σπηλιά» της γης, περνώντας με αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις και από τα τέσσερα βασικά στοιχεία της φύσης (τη φωτιά, τον αέρα, το νερό και τη γη) με σκοπό να επιτευχθεί ο εξαγνισμός. Ο ίδιος πίστευε ότι σε προηγούμενες ζωές η ψυχή του βρέθηκε σε θάμνο, σε πουλί και σε ψάρι.
Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα ο Σωκράτης, ως γνήσιος φιλόσοφος, παρουσιάζεται να επιθυμεί να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και, έτσι, να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία. Εντούτοις, αντιμετωπίζει τη δυσπιστία καθώς πολλοί αρνούνται τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής. Για να υποστηρίξει ο Σωκράτης την αθανασία της ψυχής και τον έλλογο χαρακτήρα της, ότι δηλαδή αυτή είναι το «εγώ», η πραγματική έδρα της προσωπικότητας και της υπόστασης του ανθρώπου, εκθέτει τέσσερα επιχειρήματα. Το πρώτο βασίζεται στην ήδη υπάρχουσα δοξασία της μετενσάρκωσης: αν η ψυχή έφθινε και πέθαινε ύστερα από έναν αριθμό μετενσαρκώσεων, τότε η ζωή θα έπρεπε να έχει εκλείψει από τον κόσμο. Αντιθέτως, η ζωή εξακολουθεί να υπάρχει και να κάνει τους κύκλους της μέσα στη φύση, και επομένως οι ψυχές είναι αθάνατες. Το δεύτερο επιχείρημα αντλείται από την ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται ιδέες και νοήματα χωρίς να εξαρτάται από τις αισθήσεις του: για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να φανταστεί έναν τέλειο κύκλο χωρίς να έχει δει ποτέ του κάτι τέτοιο στον υλικό κόσμο. Τούτη η ικανότητα δείχνει ότι η ψυχή κατέχει γνώση από τον κόσμο των Ιδεών και, επομένως, προέρχεται από εκεί. Η συσχέτιση της ψυχής με τον κόσμο των Ιδεών είναι σημαντική και αυτό το δηλώνει ιδιαίτερα το τρίτο επιχείρημα: εφόσον η ψυχή είναι αόρατη, προφανώς συγγενεύει με τον κόσμο των Ιδεών: είναι απλή και ασύνθετη, αδιάλυτη και αιώνια, όπως είναι και οι Ιδέες. Τέλος, σύμφωνα με το τέταρτο επιχείρημα, εφόσον η ψυχή είναι αυτή που δίνει ζωή στο σώμα και ο χωρισμός ψυχής και σώματος σημαίνει θάνατος για το σώμα, άρα η ίδια διαθέτει αυτονομία ζωής.
Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους, και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.
Για τον Αριστοτέλη η ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο. Και όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο το αντικείμενο, έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα. Όταν λοιπόν αυτό πεθαίνει και διαλύεται, η ψυχή του εκμηδενίζεται[35]. Για τον άνθρωπο η ψυχή του έχει πέντε «δυνάμεις», ή αλλιώς δυνατότητες: (1) το «θρεπτικόν», που σχετίζεται με τη θρέψη του σώματος· (2) το «ορεκτικόν», δηλαδή την τάση για καθετί καλό· (3) το «αισθητικόν», την ικανότητα της πρόσληψης των πληροφοριών μέσω των αισθήσεων·(4) το «κινητικόν», που εξασφαλίζει τις κινήσεις του σώματος και (5) το «διανοητικόν».Στωικισμός
Οι Στωικοί πίστευαν ότι ολόκληρο το σύμπαν έχει ως κινητήρια δύναμη το «Πνεύμα» και ότι η ψυχή αντιστοιχεί στο «πνεύμα» που διαπνέει το σώμα (είτε των ζώων είτε των ανθρώπων, όχι των φυτών) και το κάνει να λειτουργεί και να ζει. Στην περίπτωση των ανθρώπων, όμως, η ψυχή έχει περισσότερες λειτουργίες. Συγκεκριμένα, αποτελείται από οχτώ μέρη, το «ηγεμονικόν», δηλαδή τον λόγο, τις πέντε αισθήσεις και τις αναπαραγωγικές δυνάμεις. Οι Στωικοί απέκλειαν την ιδέα της απόλυτης αθανασίας της ψυχής, εφόσον πίστευαν ότι κάποια στιγμή τα πάντα θα κατακαούν. Μερικοί Στωικοί δεν το δέχονταν ούτε και αυτό, όπως ο Κλεάνθης και ο Χρύσιππος ο Σολεύς, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα.
Οι Επικούρειοι δίδασκαν ότι η ψυχή αποτελείται από τα πιο λεπτά και πιο κινητικά άτομα του σύμπαντος, λεπτότερα ακόμη και από αυτά του αέρα και της φωτιάς, και σε αυτό απέδιδαν τις λειτουργίες της σε σχέση με τη σκέψη και τις αισθήσεις. Κατ’ αυτούς, όταν τραυματίζεται το σώμα, μερικά άτομα της ψυχής διαρρέουν. Αν το ποσοστό τους είναι μεγάλο, τότε επέρχεται θάνατος του σώματος και όλα τα άτομα της ψυχής σκορπίζονται.
Ο Πλωτίνος, αναπλάθοντας την πλατωνική διδασκαλία και προσδίδοντάς της έντονη θρησκευτική χροιά, επανέλαβε τις απόψεις περί άυλης ψυχής, συγγενούς με τον κόσμο των Ιδεών, η οποία έχει φυλακιστεί στο σώμα και υφίσταται μετενσαρκώσεις, το επίπεδο των οποίων μπορεί να αναβαθμιστεί ή να υποβαθμιστεί ανάλογα με το πώς διάγει κανείς τη ζωή του. Ύστατος σκοπός η επανένωση της ατομικής ψυχής με την ψυχή του κόσμου, οπότε και η πρώτη χάνει την ατομικότητά της. Και πριν όμως από αυτό, ήδη κατά τη διάρκεια του ένσαρκου βίου, η ψυχή μπορεί να αποζητήσει τον πνευματικό κόσμο μέσω του ασκητισμού και του στοχασμού, και τότε ίσως καταστεί δυνατόν να δει το θείο φως. Ως αρετή ορίζεται η προσέγγιση της ψυχής προς τον Θεό και ως κάλλος η επικράτησή της επί του σώματος και των επιθυμιών του. Οι απόψεις του Πλωτίνου περί της ψυχής είναι επηρεασμένες και από τον νεοπυθαγορισμό, δεδομένου ότι προτάσσει πως όσοι αγαπούν τη μουσική, αυτοί στην επόμενη ζωή θα γίνουν ωδικά πτηνά, ενώ οι στοχαστικοί φιλόσοφοι θα μεταμορφωθούν σε αετούς
Στην ελληνική γραμματεία η λέξη «ψυχή» πρωτοαπαντά στον Όμηρο και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτές σχετίζονται πάντα με τον άνθρωπο, όπου η «ψυχή» παρουσιάζεται είτε ως κάτι το οποίο κινδυνεύει να χάσει ο πολεμιστής στη μάχη είτε ως κάτι που μετά τον θάνατο του σώματος μεταβαίνει στον Άδη, δηλαδή τον κάτω κόσμο. Εκεί ονομάζεται επίσης «εἴδωλον» επειδή διατηρεί τη μορφή και την προσωπικότητα του εκλιπόντος, αλλά βρίσκεται σε μια εξαιρετικά υποβιβασμένη κατάσταση. Μερικές ψυχές, ωστόσο, έχουν την τύχη να πάνε στα Ηλύσια Πεδία, απολαμβάνοντας αθανασία με τους θεούς. Η ομηρική άποψη για τη μετά θάνατον ζωή φαίνεται να προέρχεται από τους μύθους της Μεσοποταμίας και διατηρείται στη λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων επί πολλούς αιώνες, ακόμη και στη μετά Χριστόν εποχή, αν και φυσικά από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή εμφανίζονται διαφορές στις αντιλήψεις. Παράλληλα, όμως, αρχίζουν να αναπτύσσονται και να γίνονται δημοφιλείς και άλλες θεωρίες περί της ψυχής και της μετά θάνατον ζωής.
Στα γραπτά της προσωκρατικής εποχής (7ος-5ο αι. π.Χ.) παρατηρείται η γενίκευση στη χρήση του όρου «ψυχή», η οποία από τότε χρησιμοποιείται ως συνώνυμη της «ζωής» ή, ακόμη γενικότερα, ως η κινητήρια δύναμη της φύσης. Ως εκ τούτου, έμψυχο χαρακτηρίζεται οτιδήποτε κινείται, και ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί τον μαγνήτη έμψυχο λόγω των ελκτικών του ιδιοτήτων. Σε παρόμοιο πλαίσιο, οι Ίωνες φιλόσοφοι γενικά βλέπουν τον κόσμο ως «ἔμψυχον καὶ δαιμόνων πλήρη».—Βλ. στην Καθολική Εγκυκλοπαίδεια το λήμμα Υλοζωϊσμός.
Τον 5ο αι. στον καθημερινό λόγο η ψυχή επιπλέον σημαίνει την έδρα των σωματικών επιθυμιών, των συναισθημάτων και της νόησης. Παράλληλα αρκετοί, μεταξύ των οποίων ο Θουκυδίδης και ο Ιπποκράτης, χρησιμοποιούν τον εν λόγω όρο ή παράγωγά του για να δηλώσουν το θάρρος ή, γενικότερα, το ήθος του ανθρώπου. Ειδικά η τελευταία σημασιολογική προέκταση της «ψυχής» στον καθημερινό λόγο, που περιλαμβάνει και το έλλογο μέρος του ανθρώπου, εικάζεται ότι οφείλεται στην ορολογία των Πυθαγορείων.
Οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, πιθανώς επηρεασμένοι από ανατολικές θρησκευτικές δοξασίες, πιστεύουν ότι η ψυχή είναι θεϊκή στη φύση της, ότι έχει φυλακιστεί στο σώμα και ότι μετενσαρκώνεται. Οι Ορφικοί υποστηρίζουν ότι η οριστική απελευθέρωση της ψυχής από τους κύκλους των μετενσαρκώσεων και η μόνιμη διαμονή της στα Ηλύσια Πεδία επιτυγχάνεται με τρεις ενάρετες ζωές. Αντιθέτως, οι ψυχές των αδίκων υφίστανται τιμωρίες και επιπλέον ενσαρκώσεις. Οι Πυθαγόρειοι διδάσκουν ότι η ηθική ζωή οδηγεί σε ανώτερες μετενσαρκώσεις, μέχρι να επιτευχθεί η ένωση με το θείον. Η αποχή των Ορφικών και των Πυθαγορείων από κρέας έχει ερμηνευτεί ως εκδήλωση σεβασμού προς τις μετενσαρκωμένες ψυχές.
Ο Παρμενίδης, που θεωρείται μαθητής των Πυθαγορείων Αμινίου και Διοχαίτου και ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής, θεωρούσε ότι οι ψυχές προέρχονται από τον ουρανό.
Ο Ηράκλειτος τόνιζε ότι η ψυχή επηρεάζεται δυσμενώς από το ποτό, συσχετίζοντάς την έτσι στενά με το σώμα και γενικά με την ύλη, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του, αλλά τη θεωρεί λεπτή και αιθέρια.
Ο Εμπεδοκλής, επηρεασμένος από τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους, δίδασκε ότι οι αμαρτωλοί πρέπει να περιπλανηθούν επί 30.000 έτη στη «σπηλιά» της γης, περνώντας με αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις και από τα τέσσερα βασικά στοιχεία της φύσης (τη φωτιά, τον αέρα, το νερό και τη γη) με σκοπό να επιτευχθεί ο εξαγνισμός. Ο ίδιος πίστευε ότι σε προηγούμενες ζωές η ψυχή του βρέθηκε σε θάμνο, σε πουλί και σε ψάρι.
Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους, και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.
Για τον Αριστοτέλη η ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο. Και όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο το αντικείμενο, έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα. Όταν λοιπόν αυτό πεθαίνει και διαλύεται, η ψυχή του εκμηδενίζεται[35]. Για τον άνθρωπο η ψυχή του έχει πέντε «δυνάμεις», ή αλλιώς δυνατότητες: (1) το «θρεπτικόν», που σχετίζεται με τη θρέψη του σώματος· (2) το «ορεκτικόν», δηλαδή την τάση για καθετί καλό· (3) το «αισθητικόν», την ικανότητα της πρόσληψης των πληροφοριών μέσω των αισθήσεων·(4) το «κινητικόν», που εξασφαλίζει τις κινήσεις του σώματος και (5) το «διανοητικόν».Στωικισμός
Οι Στωικοί πίστευαν ότι ολόκληρο το σύμπαν έχει ως κινητήρια δύναμη το «Πνεύμα» και ότι η ψυχή αντιστοιχεί στο «πνεύμα» που διαπνέει το σώμα (είτε των ζώων είτε των ανθρώπων, όχι των φυτών) και το κάνει να λειτουργεί και να ζει. Στην περίπτωση των ανθρώπων, όμως, η ψυχή έχει περισσότερες λειτουργίες. Συγκεκριμένα, αποτελείται από οχτώ μέρη, το «ηγεμονικόν», δηλαδή τον λόγο, τις πέντε αισθήσεις και τις αναπαραγωγικές δυνάμεις. Οι Στωικοί απέκλειαν την ιδέα της απόλυτης αθανασίας της ψυχής, εφόσον πίστευαν ότι κάποια στιγμή τα πάντα θα κατακαούν. Μερικοί Στωικοί δεν το δέχονταν ούτε και αυτό, όπως ο Κλεάνθης και ο Χρύσιππος ο Σολεύς, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα.
Οι Επικούρειοι δίδασκαν ότι η ψυχή αποτελείται από τα πιο λεπτά και πιο κινητικά άτομα του σύμπαντος, λεπτότερα ακόμη και από αυτά του αέρα και της φωτιάς, και σε αυτό απέδιδαν τις λειτουργίες της σε σχέση με τη σκέψη και τις αισθήσεις. Κατ’ αυτούς, όταν τραυματίζεται το σώμα, μερικά άτομα της ψυχής διαρρέουν. Αν το ποσοστό τους είναι μεγάλο, τότε επέρχεται θάνατος του σώματος και όλα τα άτομα της ψυχής σκορπίζονται.
Ο Πλωτίνος, αναπλάθοντας την πλατωνική διδασκαλία και προσδίδοντάς της έντονη θρησκευτική χροιά, επανέλαβε τις απόψεις περί άυλης ψυχής, συγγενούς με τον κόσμο των Ιδεών, η οποία έχει φυλακιστεί στο σώμα και υφίσταται μετενσαρκώσεις, το επίπεδο των οποίων μπορεί να αναβαθμιστεί ή να υποβαθμιστεί ανάλογα με το πώς διάγει κανείς τη ζωή του. Ύστατος σκοπός η επανένωση της ατομικής ψυχής με την ψυχή του κόσμου, οπότε και η πρώτη χάνει την ατομικότητά της. Και πριν όμως από αυτό, ήδη κατά τη διάρκεια του ένσαρκου βίου, η ψυχή μπορεί να αποζητήσει τον πνευματικό κόσμο μέσω του ασκητισμού και του στοχασμού, και τότε ίσως καταστεί δυνατόν να δει το θείο φως. Ως αρετή ορίζεται η προσέγγιση της ψυχής προς τον Θεό και ως κάλλος η επικράτησή της επί του σώματος και των επιθυμιών του. Οι απόψεις του Πλωτίνου περί της ψυχής είναι επηρεασμένες και από τον νεοπυθαγορισμό, δεδομένου ότι προτάσσει πως όσοι αγαπούν τη μουσική, αυτοί στην επόμενη ζωή θα γίνουν ωδικά πτηνά, ενώ οι στοχαστικοί φιλόσοφοι θα μεταμορφωθούν σε αετούς
Ο Καρτέσιος και η προβληματική της θεμελίωσης της νεότερης σκέψης
Η εμφάνιση του Καρτέσιου σηματοδοτεί μια οριακή στιγμή στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης. Με τον Καρτέσιο έχουμε όχι μόνον το πέρασμα από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή σκέψη στη νεότερη, μα και την εμφάνιση ενός ολωσδιόλου ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τη συνειδησιακή λειτουργία, τη νόηση -ανάλογο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη συνείδηση είχε εκδηλωθεί με τον Σωκράτη-, η οποία με τη μορφή του καρτεσιανού cogito έρχεται να στηρίξει τις φιλοσοφικές κατηγορίες τής από καιρό ήδη αναδυόμενης νεωτερικότητας.
Με το συλλογιστικό σχήμα cogito ergo sum (σκέπτομαι άρα υπάρχω), που συνιστά λογικο-οντολογικό εργαλείο της κριτικής σκέψης στα χέρια του γάλλου φιλοσόφου, επιχειρείται η θεμελίωση του νεότερου υποκειμένου, που σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή και μια νέα φιλοσοφική παράδοση, της «φιλοσοφίας του υποκειμένου» -που θα επισφαγισθεί αργότερα οριστικά με τον καντιανό a priori και την καντιανή υπαγωγή του αντικειμένου στις κατηγορίες του υποκειμένου.
Ο χώρος στήριξης της καρτεσιανής πραγματικότητας
Ο Καρτέσιος επιχειρεί ένα ριζικό ξεκίνημα της φιλοσοφικής σκέψης «από το μηδέν», από ένα μηδέν το οποίο θέλει ν’ αγγίξει μέσα απ’ την εκ θεμελίων αμφισβήτηση κάθε δεδομένης πραγματικότητας. Τούτη η αμφισβήτηση, με τη μορφή της υπερβολικής, της καθολικής αμφιβολίας (doute hyperbolique) έρχεται αρχικά να εκμηδενίσει κάθε δεδομένο της σκέψης που εμφανίζεται με τη μορφή ακλόνητων βεβαιοτήτων -του ότι π.χ. υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος ή του ότι υπάρχω εγώ ο ίδιος: Γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως δεν υπάρχει τίποτε το βέβαιο στον κόσμο (2ος Μεταφυσικός Στοχασμός) – και αυτό αποτελεί για τον Καρτέσιο τη μόνη βεβαιότητα στη φάση αυτή της συλλογιστικής του.
Το καρτεσιανό cogito -ο συλλογισμός «σκέπτομαι άρα υπάρχω- συνιστά μια βεβαιότητα που προϋποθέτει μιαν άλλη προγενέστερη: για να σκέπτομαι, πρέπει οπωσδηποτε να υπάρχω, άρα, αρχικά, βέβαιος δεν μπορώ να είμαι για τίποτε άλλο παρά για ένα μόνον πράγμα, για το ότι «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται». Αυτό συνιστά και τη πρώτη, τη θεμελιακή βεβαιότητα για την ανθρώπινη συνείδηση, όταν τούτη βρίσκεται μέσα στην Αβυσσο της αμφιβολίας – για να το πούμε σωστότερα, στον χώρο όπου κάθε βεβαιότητα απουσιάζει.
Με την απόφανση «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται», το ενέργημα της συνείδησης, το συνειδησιακό είναι, προκρίνεται σε κριτήριο στήριξης και σε θεμέλιο κάθε άλλης πραγματικότητας που θα στηριχτεί πάνω σ’ αυτή την πρώτη βεβαιότητα. Ανατρέχοντας στην ιστορία της φιλοσοφίας πριν από τον Καρτέσιο, θ’ ανακαλύψουμε πως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η ανθρώπινη σκέψη θεμελιώνεται πάνω στα κριτήρια που αυτή αντλεί από τον ίδιο της τον εαυτό. Πριν από περίπου δύο χιλιετίες, ο Σωκράτης επιχειρεί κάτι ανάλογο τοποθετώντας «τον κόσμο τού νοείν» στην πραγματική, μα και ουσιαστική πηγή του, στην ανθρώπινη συνείδηση. Ο Πλάτων, με τη σειρά του, τοποθετεί την ανθρώπινη σκέψη μέσα στον κόσμο, τον κόσμο που χωρισμένος σε δύο κομμάτια – τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των ιδεών – ολοκληρώνεται με το «πέρας», την προσδιοριστικότητα της ιδέας, της πλατωνικής αιώνιας και άφθαρτης ιδέας.
Θεωρώντας την πλατωνική φιλοσοφία το κατ’ εξοχήν έδαφος θεμελίωσης της δυτικής σκέψης στο σύνολό της αλλά και τον πλατωνικό διάλογο Παρμενίδη το κείμενο με την μεγαλύτερη δυνατή συγγένεια – από μεθοδολογικής πλευράς με το καρτεσιανό εγχείρημα στο πρώτο μέρος του κειμένου, θα εκθέσω συνοπτικά την προβληματική τού εν λόγω διαλόγου.
Αν θελήσουμε να σκεφτούμε τα εργαλεία του μεγάλου Πλάτωνα στο εγχείρημά του να στηρίξει την υπερδισχιλιετή φιλοσοφική παράδοση, θα διαπιστώσουμε πρώτα απ’ όλα πως το έργο του, διατυπωμένο υπό μορφή διαλόγων, εκτίθεται βασικά μέσα από την υποθετική μέθοδο.
Ο Πλάτωνας προτείνει αρχικά μια υπόθεση επί του πραγματικού, που θα τεθεί σε κριτικό έλεγχο από τον ή τους συνομιλητές με τη διατύπωση μιας άλλης υπόθεσης που αναιρεί την πρώτη, ή μάλλον που προτείνει κάτι άλλο όσον αφορά την πρώτη. Αυτή η μέθοδος, που συνιστά και τη μέθοδο έκθεσης της πλατωνικής διαλεκτικής, είναι κάτι τελείως άλλο σε σχέση με αυτό που θα επιχειρήσει πολύ αργότερα ο Χέγκελ με τη δική του διαλεκτική, και σ’ έναν βαθμό, η πλατωνική διαλεκτική αποτελεί μια έκθεση της αντινομικής μορφής της πραγματικότητας με τρόπο απόλυτα αποκαλυπτικό, μια προσπάθεια που έμεινε όμως δίχως συνέχεια μετά τον Πλάτωνα. Οσον αφορά την ίδια την υποθετική μέθοδο, τούτη εκτίθεται στην ιδανική θα λέγαμε μορφή της στον πλατωνικό διάλογο «Παρμενίδης», όπου ο Πλάτωνας μέσα από το εγχείρημα να προσπελάσει τα μυστήρια που χαρακτηρίζουν «τη σχέση του Ενός με τα πολλά» επιχειρεί στην ουσία να συγκροτήσει το υπόρρητο υπόβαθρο της δυτικής έννοιας (Begriff), η οποία θα δεσπόσει ως ορίζουσα της δυτικής σκέψης μέχρι και τη συγγραφή της εγελιανής Λογικής, προϋποθέτει δε μια εννοιολογική δουλειά συγκρότησης, η οποία εκτίθεται στον πλατωνικό Παρμενίδη, «η ανάπτυξη, εκδίπλωση του απόλυτου» όπως θα ονομάσει την πορεία των εννέα υποθέσεων του εν λόγω διαλόγου αργότερα ο ίδιος ο Χέγκελ. Με αυτές τις εννέα υποθέσεις που εκτίθενται στον διάλογο αυτό με την υποθετική μέθοδο, ο Πλάτωνας επιχειρεί πέρα από οτιδήποτε άλλο να επισημάνει τα εγγενή στάδια της σκέψης που θα πρέπει να θεματοποιηθούν για να φτάσουμε να μιλάμε πια για ό,τι αργότερα θα εκθέσει ο Χέγκελ στη Λογική του με «τη θεωρία της έννοιας» (Lehre von Begriff).
Οσον αφορά την υποθετική δομή του διαλόγου, θα ‘λεγε κανείς πως στον εν λόγω διάλογο κάθε υπόθεση διατυπώνει και μια εκδοχή της πραγματικότητας, την οποία εκδοχή η αντίθετη υπόθεση θέτει υπό αίρεση, προτείνοντας μιαν άλλη, μιαν αντίθετη θέση. Ετσι όμως η πραγματικότητα παίρνει έναν χαρακτήρα άλυτης αντινομίας, όπου η κάθε υπόθεση απτά «δοκιμάζει κάτι» που δεν πιστοποιείται ποτέ ως βέβαιο. Οι δύο αρχικές, εισαγωγικές υποθέσεις του διαλόγου μοιάζουν με «μετέωρους πύργους στο κενό», όπου μεταξύ τους χαίνει η απύθμενη Αβυσσος ενός ανύπαρκτου στο όλο εγχείρημα υπόβαθρου στήριξης.
Ο διάλογος ξεκινά με την περίφημη αρχική αντινομία: «ει εν εστίν / εν ει εστίν», η οποία θέττει τους όρους με τους οποίους μπορούμε να εισχωρήσουμε στον χώρο του επιστητού μέσα από τις προϋποθέσεις της προϋπάρχουσας Ελεατικής φιλοσοφίας του Παρμενίδη του Ελεάτη, μια φιλοσοφία που στην ουσία συνιστά μια επεξεργασία της αρχής της ταυτότητας (Καστοριάδης). Τούτη όμως η απόσπαση από την αρχή της ταυτότητας, η προσπάθεια να διαμεσολαβηθεί η ελεατική προπλατωνική σκέψη με το νοείν, μόνο επιτυχημένη δεν αποδεικνύεται με τα δεδομένα εργαλεία της αναδυόμενης νέας φιλοσοφίας, αφού και η θέση της αρχικής αντινομίας και η αντίθετή της θέση δεν ευσταθούν ως εκδοχές της πραγματικότητας – δηλ., στην ουσία, για να αποδεχτούμε είτε την πρώτη υπόθεση είτε την αντίθετή της παραβιάζονται οι αρχές της σκέψης, έχουμε αντινομία και στις δύο περιπτώσεις και αδυνατούμε να δεχθούμε είτε τη μία είτε την άλλη θέση. Σαν να μη φτάνουν αυτά, δηλαδή το ότι, αφ’ ενός, στην όλη προβληματική εισαγόμαστε μέσα από τον αμφίβολο δρόμο της υποθετικής μεθόδου και αφ’ ετέρου, ότι πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις ως προς τη λογική επάρκεια των επιχειρημάτων μας για να στήσουμε την εισαγωγική προβληματική του διαλόγου, μεσολαβεί και η τρίτη εξαιρετικά δυσανάγνωστη υπόθεση του διαλόγου, η προβληματικότερη απ’ όλες. Τούτη, κατά τη γνώμη μας, εισάγει μια νέα προβληματική εκ μέρους του Πλάτωνα κι ένα τελείως διαφορετικό πρόγραμμα από αυτό του διαλόγου, αλλά και σε σχέση με αυτό που διατυπώθηκε στο έργο της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του Πλάτωνα – πρόγραμμα όμως που για πολλούς λόγους εγκαταλείπεται άμεσα και βίαια. (Ο Πλάτωνας στο μεγάλο σταυροδρόμι της σκέψης μπροστά στην επιλογή ή στην απόρριψη του προγράμματος «του πέρατος» της ιδεοκρατικής φιλοσοφίας την οποία υπερασπίστηκε σε όλη τη ζωή του και μπροστά στη δυνατότητα ενός δρόμου που ίσως μονάχα μέσα από την εμπειρία του 20ού αιώνα ξαναγίνεται ορατός και δυνατός, επιλέγει τελικά τον πρώτο δρόμο.)
Το τέλος του διαλόγου έρχεται να επισφραγίσει τη μεγάλη δυσχέρεια της όλης προσπάθειας του Πλάτωνα να παράσχει με τον διάλογο Παρμενίδης αλλά και με την υποθετική μέθοδο ένα επαρκές πρόγραμμα στη δυτική φιλοσοφία, που θ’ ακολουθήσει, καθώς ο διάλογος τελειώνει μέσα στην απορία – τίποτε τελικά δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε και για τίποτε.
Το εγχείρημα του Πλάτωνα να δοκιμάζει την εγκυρότητα του πραγματικού με την υποθετική μέθοδο εγκαταλείπεται με τον Αριστοτέλη χάριν ενός συνεκτικού φιλοσοφικού λόγου αλλά και χάριν ενός τελείως διαφορετικής φύσης επιστημονικού προγράμματος, το οποίο θεσπίζοντας «τις κατηγορίες» και συγκαλύπτοντας την πλατωνική διαλεκτική κληροδοτεί τα θεμέλια του κατοπινού κόσμου στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους.
Καθώς ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί ως γνώμονα με τη σύνθεση «των Εννεαδών» του την αρχική αντινομία του πλατωνικού Παρμενίδη και καθώς ο πλατωνικός χωρισμός των δύο κόσμων υιοθετείται από το μεσαιωνικό κοσμοείδωλο στη διάκριση του «ενθάδε» και του «εκείθεν», αλλά και με τη δεσποτεία της πίστης πάνω στη γνώση, που θα διατυπωθεί ως ολοκλήρωση του προγράμματος της ελληνικής και ελληνιστικής φιλοσοφίας με τη μεσαιωνική σκέψη, βλέπουμε πως ενσωματώνονται πλήθος -αλλά όχι όλες το ίδιο σημαντικές- ανορθολογικές παράμετροι στη διαδικασία της εμφάνισης του νέου κόσμου που έχει αρχίσει να αναδύεται και είναι ορατός όσο και αξεχώριστος από τις μεσαιωνικές του καταβολές. Σαν συνδετικός κρίκος σε τούτη τη διαδικασία, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μεσαιωνικό κόσμο και στη νεωτερικότητα της όποιας θέλει ν’ αποτελεί φωτεινό ορόσημο, εμφανίζεται ο Rene Descartes, ο φιλόσοφος της res cogitans, «του πράγματος που σκέφτεται».
Η καρτεσιανή προβληματική
Στην έξοδο από μια ολόκληρη εποχή, από αυτή του Μεσαίωνα και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, η Αναγέννηση με όλα τα επιστημονικά της επιτεύγματα συνιστά συνδετικό κρίκο μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου – αυτού της νεωτερικότητας. Ο Καρτέσιος εμφανίζεται σε μια από πολλές πλευρές ευαίσθητη στιγμή, για να κλονίσει συθέμελα τη σχολαστική φιλοσοφία με τρόπο που θα γίνει αντικείμενο αναρίθμητων συζητήσεων. Η πρόθεσή του είναι να στηρίξει τη φιλοσοφία σε νέο, στέρεο έδαφος, έδαφος που προετοιμάζεται από τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου, αλλά και από την αλλαγή του τρόπου σκέψης που αυτές σηματοδοτούν, ανακαλύψεις στις οποίες θα θελήσει και ο ίδιος ο Καρτέσιος να συμβάλει και στο επίπεδο των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, με τις οποίες επίσης καταπιάνεται. Οσον αφορά τη φιλοσοφική σκέψη, η πρόθεσή του είναι να την απελευθερώσει από τη δεσποτεία της Εκκλησίας και της Αποκάλυψης αλλά και από την κυριαρχία «των δαιμόνων» και των προλήψεων ενός Μεσαίωνα που δεν θέλει ν’ απαρνηθεί τις περιοριστικές κατά μία έννοια διαθέσεις του απέναντι στον νέο τρόπο σκέψης που σταδιακά τείνει να χειραφετείται απ’ αυτόν. Το cogito, το καρτεσιανό cogito (το λογικο-οντολογικό σχήμα της βεβαιότητας «σκέπτομαι άρα υπάρχω»), είναι η πρώτη βεβαιότητα μέσα στην Αβυσσο όπου πέφτει η ανθρώπινη συνείδηση -αλλά και ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη-, όταν αποφασίσει να επανεξετάσει ή μάλλον να ελέγξει, για πρώτη φορά, κριτικά τα δεδομένα της.
Το πρώτο βήμα του Γάλλου φιλοσόφου στους συγκλονιστικούς «Μεταφυσικούς στοχασμούς» είναι να θέσει υπό αίρεση τα δεδομένα των αισθήσεων, καθώς και όλες τις αποκτημένες πεποιθήσεις του. Τούτη η «μεθοδική», ριζική αμφιβολία δεν έχει τίποτε από τον σκεπτικισμό ενός Montaigne, αντιθέτως, αν υιοθετείται ως μέθοδος δεν είναι παρά για να κατορθώσει η σκέψη ν’ αγγίξει μια απαρέγκλιτη βεβαιότητα, τη μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια που μπορεί να έχει η συνείδηση σ’ αυτή τη φάση της πορείας της, και αυτή είναι πως: τη στιγμή που όλα είναι αμφίβολα, «για να σκέπτεται κανείς πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει». Υπάρχει λοιπόν ο στοχαζόμενος νους πρώτα πρώτα ως res cogitans, ως «ένα πράγμα που σκέπτεται»: sum res cogitans.
Πέρα από τα ασύλληπτα προβλήματα που εγείρει τούτη η παράδοξη οπωσδήποτε απόφανση, το γεγονός είναι πως η σκέψη καθίσταται βέβαιη για την πραγματικότητά της και για τα δεδομένα της, «για το είναι της», και αυτό συνιστά και την κεντρική θεμελίωση του Καρτέσιου. Εφόσον σκέπτομαι, υπάρχω· εφόσον υπάρχω, αρχίζω να υπάρχω και ως υποκείμενο που σκέπτεται· και τι σκέπτεται: έναν κόσμο που με περιβάλλει και που τώρα μπορεί να αρχίσει να συγκροτείται εννοιολογικά (σαν cogitatum, θα πει ο Χούσσερλ· σαν ενέργημα της συνείδησης, πράγμα που δεν φτάνει να πει ο Καρτέσιος, επίσης σύμφωνα με την κριτική του Χούσσερλ).
Υπάρχει «το πράγμα που σκέπτεται», που είναι το νεοαναδυόμενο νεωτερικό υποκείμενο -ο σύγχρονος άνθρωπος- και υπάρχει πρώτα πρώτα ως καθαρή σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της και τον κόσμο τον οποίο και θεμελιώνει όντας αυτή η οντολογική του προϋπόθεση – αυτή είναι η ασύλληπτη επίδειξη ισχύος του Καρτέσιου, να στηρίξει την πραγματικότητα του αναδυόμενου προ πολλού μέσα από τις μεσαιωνικές καταβολές του κόσμου, ενός κόσμου που δεν έχει ακόμα βρει την εννοιολογική του ταυτότητα, στη δύναμη των κατηγοριών της ανθρώπινης συνείδησης, της καθαρής, της αμιγούς σκέψης.
Οσον αφορά το κατά πόσον ο καρτεσιανός ορθολογισμός αποδεσμεύεται από τις ανορθολογικές του καταβολές, τις τόσο γερά ριζωμένες στη μεσαιωνική κοσμοαντίληψη όσο και στα θεμέλια της δυτικής μεταφυσικής, δηλαδή στην πλατωνική και προπλατωνική μυθολογική θεώρηση, θα θίξω δύο σημεία:
α) Η καρτεσιανή εμπειρία, της μεθοδικής, ριζικής και υπερβολικής αμφιβολίας, συνιστά κατά μιαν έννοια αυτό που θα ‘λεγε ο Γιάσπερς οριακή κατάσταση (Grenz situation), οριακή ανθρώπινη εμπειρία, τη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος καλείται, σύμφωνα με τις επιλογές του ορθολογικού του πολιτισμού, ν’ αποτιμήσει κριτικά τις πεποιθήσεις του και να φτάσει στην «πλατωνική θέαση» – την αυτογνωσία, σε κάποια φάση της ζωής του. Για να γίνει κάτι τέτοιο καλείται κανείς να θέσει υπό αίρεση όλες του τις πεποιθήσεις, ως ενδεχομένως αυθαίρετες, με σκοπό να τις επανεξετάσει κάτω από το φως της κριτικής σκέψης και αυτοεπόπτευσης. Αυτό είναι εξάλλου και το διαφωτιστικό μήνυμα της ψυχανάλυσης, που συνιστά ένα ταξίδι στον χώρο της πραγματικότητας με τελικό σκοπό την αυτογνωσία. Μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, έρχεται ενδεχομένως η στιγμή που κάποιος αναγκάζεται να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμα και τις πεποιθήσεις που θεωρεί «ιερές» και απαρασάλευτες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα βρεθεί σε μια πραγματική πτώση σε μια Αβυσσο «απουσίας νοημάτων» -καρτεσιανή εκατό τα εκατό Αβυσσος-, όπου θα αναγκαστεί να πιαστεί από κάποιες πρώτες και στοιχειώδεις βεβαιότητες που θα χρησιμεύσουν για την ύπαρξή του σαν θεμέλιο, σαν «φάρος πλοήγησης» σε μια στιγμή πραγματικού κινδύνου. Τούτη η Αβυσσος, η Αβυσσος στην οποία στην καρτεσιανή εμπειρία η συνείδηση βυθίζεται, και «θέτει», θεμελιώνει την πρώτη της βεβαιότητα, το cogito, είναι η ίδια η Αβυσσος στην οποία βρίσκεται η σκέψη στον πλατωνικό Παρμενίδη (που προαναφέραμε), όταν ανελίσσεται ανάμεσα στις πρώτες υποθέσεις με σκοπό να φτάσει σε κάποια αληθοφανέστερη υπόθεση. Αυτό το Ρήγμα, θα το λέγαμε, είναι ο χώρος όπου στην εμπειρία της συνείδησης είτε απουσιάζουν τα νοήματα (οι βεβαιότητες, στην περίπτωση αυτή) είτε αυτά είναι αλλοιωμένα – δηλ. βρίσκεται η συνείδηση «μέσα στην πλάνη».
Η αγωνία τότε είναι απίστευτη και ο κίνδυνος αφανισμού του υποκειμένου είναι ορατός και υπαρκτός, τούτη δε η Αβυσσος είναι ένας χώρος ανορθολογικού που τρέφει τη φιλοσοφική σκέψη και την ανθρωπότητα από τα πρώτα τους κιόλας βήματα. Ρήγμα σημαίνει και πτώση, μα και απουσία δεσμών ανάμεσα σε δύο "συστήματα αναφοράς" (π.χ. οι δύο πρώτες υποθέσεις του Παρμενίδη). Η καρτεσιανή εμπειρία παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό την αριστοτελική-σχολαστική παράδοση έρχεται ν’ αγγίξει την πλατωνική υποθετική μέθοδο και να ενσωματώσει ανορθολογικά περιεχόμενα που θεματοποιεί ο Πλάτωνας συγκροτώντας εννοιολογικά τις μυθολογικές απαρχές της σκέψης.
β) Σε κάποιο σημείο της καρτεσιανής εμπειρίας ο Γάλλος φιλόσοφος επικαλείται τη «Θεία φιλαλήθεια» (Veracitas Dei), με σκοπό να βρει εγγυητή στην πεποίθησή του για την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας. Κάτι ανάλογο, μα με τελείως διαφορετικό τρόπο επιχειρεί αργότερα ο Καντ όταν στην Κριτική του Καθαρού λόγου δοκιμάζει να ολοκληρώσει τη συγκρότητηση της πραγματικότητας με αναφορά «στο πλήρως προσδιορισμένο», δηλ. στον Θεό, στο Υπέρτατο Ον, αν και ο Καρτέσιος, σε αντίθεση με τον Καντ, υιοθετεί τον μεσαιωνικό σχολαστικό Θεό, και ίσως τη δεδομένη χρονική στιγμή αυτό ήταν και το μόνο που μπορούσε να κάνει νόμιμα.
Μια σημείωση πάνω στη νεωτερικότητα
Η δυτική σκέψη ή ratio επιχειρεί να ξανασκεφτεί το εγχείρημα του Καρτέσιου όταν ο Καντ με την Κριτική του Καθαρού λόγου τον 18ο αιώνα προσπαθεί να αναψηλαφήσει ένα ένα τα βήματα της καρτεσιανής εμπειρίας, ασκώντας ταυτόχρονα δριμεία κριτική στον Γάλλο φιλόσοφο. Ο Γερμανός στοχαστής από τη μεριά του δείχνει την απίστευτη σοφία να βρει χώρο για την καρτεσιανή Αβυσσο με τη διαφύλαξη, ενός πολύτιμου εδάφους για «το πράγμα καθεαυτό» (Ding an Sich) μέσα και σ’ αυτή την ίδια τη συγκρότηση του αντικειμένου, ανοίγοντας ταυτόχρονα δρόμο για τη θεμελίωση του ανθρώπινου πράττειν. Ο Χέγκελ, από την άλλη πλευρά, καθώς στη Φαινομενολογία του Πνεύματος επιχειρεί να δοκιμάσει την αντοχή των κατηγοριών τριών χιλιετιών, μιλά για τη δομή του Λόγου σαν δομή της κυριαρχίας και σαν την υπερνίκηση της κυριαρχίας ενός Λόγου που προσπαθεί να εξασφαλίσει χώρο στην ετερότητα σύμφωνα με τα αιτήματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που ενδεχομένως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ως πρόγραμμα. Παραμένει ένα τεράστιο ερώτημα κατά πόσον ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εγκλωβίζεται σ’ έναν μονόπλευρο ορθολογισμό, κατά πόσον τολμά ν’ αναγνωρίσει τις θεολογικές και ανορθολογικές του καταβολές που τον στοιχειώνουν αδιάλειπτα και σε ποιο βαθμό η πλατωνική κληρονομιά, που μόνο εν μέρει επιβιώνει στον Καρτέσιο αλλά και στον Λάιμπνιτς, στον Πλωτίνο, στον Καντ και στον Σοπενχάουερ, είναι πραγματικά αναστοχαστική και αν τελικά τολμά να ενσωματώσει το ψυχικό σκοτάδι των αλχημιστών του Μεσαίωνα, που πρόβαλαν τον αχανή εσωτερικό τους κόσμο στη φιλοσοφική λίθο των εκατοντάδων διυλίσεών τους.
Οι προϋποθέσεις της ratio ριζώνουν βαθιά στον μύθο και στο ανορθολογικό, δυνάμεις που γέννησαν εξάλλου και την τραγωδία και που αναβιώνουν με τελείως διαφορετικό τρόπο στη μεσαιωνική θεοκρατία. Ισως τα σχόλια του Κίρκεγκααρντ, του Νίτσε και αργότερα του Χάιντεγγερ στον Χέγκελ, ο οποίος συνιστά και την τελική έκφραση της ratio, να φωτίζουν εν μέρει τις ανορθολογικές και σε μεγάλο βαθμό άρρητες προϋποθέσεις του ορθού Λόγου, που φαίνεται μέσα από τον 20ό αιώνα ν’ αποσυντίθεται, ενδεχόμενο όμως η δυτική μεταφυσική να μην κατόρθωσε ποτέ ν’ αποκτήσει τις ουσιαστικές, τις θεμελιακές της προκείμενες και να μην έπαψε ποτέ ν’ αντιμετωπίζει καίριο πρόβλημα θεμελίωσης. Ο χώρος που ο Χέγκελ εξασφαλίζει για την ετερότητα απέχει πολύ από το να εξαντλεί την ουσιαστική «δεξαμενή» της απροσδιοριστίας, του ανορθολογικού, της τρέλας και της τέχνης – μιας Αβύσσου νοημάτων που όντας στο σκοτάδι για χιλιετίες στοίχειωσε τον ορθό λόγο και κατά τον 20ό αιώνα τον εξαφάνισε.
Ο χώρος που η δυτική σκέψη οριοθετεί ως «θάττερον», ως ετερότητα, δεν μιλήθηκε ποτέ στην ολότητά του, στην ουσία δηλαδή η ratio δεν μιλήθηκε παρά μόνον εν μέρει και παραμένει ανολοκλήρωτη, έχοντας την ουσιαστική «δεξαμενή νοημάτων» της στο σκοτάδι. Τούτη «η αποθήκη νοημάτων», η «μη προσδιορισμένη ετερότητα», μια ετερότητα διαφορετική και πολύ ευρύτερη σαν χώρος απ’ ό,τι εξασφάλισε ως τώρα η ratio στο «μη ορθολογικό», ενδέχεται να είναι και ο τόπος όπου ερείδονται οι ουσιαστικές προκείμενές της που παραμένουν αποσιωπημένες όπως το ανθρώπινο ασυνείδητο που ο δυτικός άνθρωπος αρνείται να δεχθεί ως υπαρκτό τρομάζοντας μπροστά στην ασύλληπτη ισχύ του.
Μένει ένα ερώτημα, αν η ratio αφεθεί να βυθιστεί για πάντα μέσα στην Αβυσσο των μέχρι σήμερα άρρητων, στο πραγματικό τους εύρος, ανορθολογικών της προϋποθέσεων, προϋποθέσεις που καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας της -είτε ως τραγική ιστορική πορεία είτε ως ανολοκλήρωτο πολιτικό πρόγραμμα- απειλούν να την αφανίσουν ή αν θ’ αναγεννηθεί μέσα από την ικανότητα του δυτικού ανθρώπου να ορίζει τη μοίρα του δημιουργώντας την και τελικά ανακαλύψει το στέρεο έδαφος που της αντιστοιχεί δικαιωματικά για να βαδίσει σ’ ένα νέο πεπρωμένο. l
Από τον Δήμο Μαρουδή στην Ελευθεροτυπία
ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Ο ορθολογισμός ή ρασιοναλισμός είναι μια κατεύθυνση της φιλοσοφίας που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως τη λογική σκέψη. Από την περίοδο του διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.
Δηλαδή, τα βασικά στοιχεία της γνώσης μπορούν να αναζητηθούν στο νου μας. H γνώση αυτή μπορεί να αποκληθεί a priori ή προ-εμπειρική, αφού φαίνεται να είναι δυνατή πριν ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπειρία. Παρ’ όλο που το πρόβλημα της προέλευσης της γνώσης και οι βασικές αντίθετες τοποθετήσεις δεν αναλύθηκαν εκτενώς πριν από τη νεότερη εποχή, στην αρχαιότητα σημαντικός εκπρόσωπος της ορθολογιστικής προσέγγισης μπορεί να θεωρηθεί ο Πλάτων. Για τον Πλάτωνα η ανθρώπινη γνώση βασίζεται κατ’ αρχάς στην ανάμνηση των ιδεών που έχει αντικρίσει η αθάνατη ψυχή προτού ενσαρκωθεί στο σώμα.
Με την κατάλληλη νοητική άσκηση και μέσα από τη μελέτη των μαθηματικών, η ψυχή μπορεί να γνωρίσει τη βαθύτερη πνευματική πραγματικότητα των ιδεών, οι οποίες υπάρχουν αιώνια, ενώ ο υλικός κόσμος αποτελεί ατελή αντανάκλαση τους.
Πρώτος μεγάλος ορθολογιστής των νεότερων χρόνων είναι αναμφισβήτητα ο Ντεκάρτ (Καρτέσιος). Για τον Ντεκάρτ η κατασκευή ενός συμπαγούς οικοδομήματος της γνώσης οφείλει να στηριχτεί στις πεποιθήσεις εκείνες που ο ορθός λόγος έχει θωρακίσει τόσο ισχυρά, ώστε τίποτα απολύτως να μην μπορεί να τις κλονίσει. Για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τέτοιου είδους πεποιθήσεις, ο Ντεκάρτ προτείνει να εφαρμόσουμε τη μέθοδο της συστηματικής αμφιβολίας: μας καλεί δηλαδή να διανύσουμε το πλήρες φάσμα των πεποιθήσεων μας και να επιλέξουμε, στο τέλος της διαδικασίας, αυτές γα τις οποίες στάθηκε αδύνατον να αμφιβάλουμε.
O Ντεκάρτ επικαλείται τα κριτήρια της σαφήνειας και την ευκρίνειας, χαρακτηριστικά που συνοδεύουν πάντα τις αληθείς ιδέες μας και τις καθιστούν εναργείς. Οι βασικές μας ιδέες, οι οποίες αποτελούν παραστάσεις των ουσιωδών χαρακτηριστικών των υλικών και των πνευματικών όντων, έχουν εμφυτευθεί στον νου μας από τον Θεό. Τις έμφυτες αυτές ιδέες τις συλλαμβάνουμε ενορατικά και άμεσα, χωρίς να χρειάζεται να ακολουθήσουμε κάποια συλλογιστική διαδικασία. Ακόμη και το "σκέφτομαι, [άρα] υπάρχω" δε χρειάζεται το συμπερασματικό "άρα", εφόσον προβάλλει στον νου μας με άμεση βεβαιότητα και δεν αποτελεί συμπέρασμα μιας συλλογιστικής διαδικασίας.
O τρόπος με τον οποίο ο Ντεκάρτ επιχειρεί να αξιοποιήσει την απόλυτη (αλλά πολύ περιορισμένη) αυτή βεβαιότητα και πάνω της να οικοδομήσει τη γνώση του πραγματικού κόσμου μελετάται και ερμηνεύεται από τους φιλοσόφους μέχρι σήμερα.
Άλλοι ορθολογιστές, που προσπάθησαν να βελτιώσουν τη θεώρηση του Ντεκάρτ και οπωσδήποτε να αποφύγουν τις παγίδες στις οποίες τον οδήγησε η υπερβολική μεθοδολογική του αμφιβολία, είναι ο Ολλανδός Μπαρούχ Σπινόζα (17ος αιώνας) και ο Γερμανός Γκοτφριντ Λάιμπνιτς (17ος-18ος αιώνας).
Οι δύο τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ξεκινώντας από βασικές θεμελιώδεις αρχές, όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας, θα μπορούσε κανείς να αντλήσει απαγωγικά το σύνολο ολόκληρης της δυνατής γνώσης. Έτσι, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα επιστημολογικά και μεταφυσικά προβλήματα που έθεσε ο Ντεκάρτ και που οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας κάπως θεμελιοκρατικής προσέγγισης του ορθολογισμού.
Τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Λάιμπνιτς υποστήριζαν ότι κατ’ αρχήν τουλάχιστον όλες οι γνώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών γνώσεων, μπορούν να αποκτηθούν με τη χρήση του ορθού λόγου και μόνο. Αν και οι δύο παραδέχονταν ότι αυτό δεν είναι δυνατό στην πράξη για τον άνθρωπο, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της επιστήμης όπως είναι τα μαθηματικά.
Επίσης, σύμφωνα με τους Λάιμπνιτς και Σπινόζα ο νους μας μπορεί να κατανοήσει τα βασικά στοιχεία της δομής της πραγματικότητας στηριζόμενος στη χρησιμοποίηση έμφυτων ιδεών και λογικών αρχών.
O σημαντικότερος ίσως ορθολογιστής των νεότερων χρόνων είναι ο Χέγκελ, ο οποίος πίστευε ότι ο ορθός λόγος του επέτρεπε να κατανοήσει πλήρως και να προβλέψει την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.
H ανάγκη μιας συνθετικής προσέγγισης του ορθολογισμού με τον εμπειρισμό, ο Καντ
H κριτική διδασκαλία του Ιμάνουελ Καντ (18ος αιώνας) επιδίωξε να γεφυρώσει τον ορθολογισμό με τον εμπειρισμό. Όπως είδαμε, οι "λύσεις" των μεγάλων αυτών σχολών όσον αφορά το πρόβλημα της σύνδεσης του νου του ανθρώπινου υποκειμένου με τον αντικειμενικό κόσμο, το βασικό δηλαδή αίτημα γνώσης, υπήρξαν μονομερείς: ο εμπειρισμός εστιάζει τη θεώρηση του στο θεμελιώδες γεγονός της "εισροής" γνώσης μέσω των αισθήσεων, ενώ ο ορθολογισμός στον αναγκαίο ρόλο των ορθολογικών μηχανισμών του νου. O Καντ διερεύνησε με επιτυχία κάτι που ίσως θα έπρεπε να είναι προφανές, αλλά ασφαλώς ήταν δύσκολο να περιγραφεί επαρκώς, δηλαδή τη συνεργασία των αισθήσεων με τον ορθό λόγο.
H ευρύτερη αντιληπτική ικανότητα του νου στηρίζεται σαφώς στις λειτουργίες και των αισθήσεων και του λόγου, όπως εξάλλου πρέπει να έγινε κατανοητό και από τη διερεύνηση του ορισμού της γνώσης· το πρόβλημα ήταν εξαρχής ότι δεν αρκούσε μια παθητική αιτιολόγηση, μια απλή συσσώρευση στοιχείων για να μετατρέψει μια πεποίθηση σε γνώση. Ούτε όμως και ο ορθός λόγος μπορούσε εύκολα, για χάρη του νου, να υπερβεί μόνος του την "εσωστρέφεια" του, να συνδέσει τις "δικές του" βεβαιότητες με τις αλήθειες του εμπειρικού κόσμου, την αυθεντική πηγή της γνώσης. O Καντ τόλμησε να επαναπροσδιορίσει πολλές από τις εν χρήσει έννοιες, ώστε να ερμηνεύσει επαρκώς την προφανή αυτή συνεργασία.
O εννοιολογικός επαναπροσδιορισμός του Καντ ξεκινά με τη συγκρότηση της εμπειρίας. H εμπειρία προσφέρει το "υλικό" το οποίο θα επεξεργαστεί και θα αξιοποιήσει ο λόγος. Το υλικό αυτό δεν προσφέρεται όμως ακατέργαστο, ως χαώδες σύνολο αισθητηριακών εντυπώσεων, αλλά ως εποπτείες, ως άμεσες, ενιαίες παραστάσεις. Επομένως η εμπειρική αντιληπτική διάσταση του νου δεν είναι πλέον παθητική, επεξεργάζεται ενεργητικά το υλικό που παραλαμβάνει, το οποίο μορφοποιεί με στοιχεία που διαθέτει ο νους από πριν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επεξεργασία που οδηγεί στην εποπτεία σημαίνει τοποθέτηση του πρωτογενούς υλικού στον χώρο και στον χρόνο.
O χώρος και ο χρόνος είναι εγγενείς μορφές της εποπτείας’ αποτελούν ανεξάρτητους από την εμπειρία τρόπους λειτουργίας της αντιληπτικής μας ικανότητας, καθώς και απαραίτητες προϋποθέσεις της. Δεν μπορούμε επομένως να αντιληφθούμε τον χώρο και τον χρόνο εμπειρικά, εφόσον αποτελούν προϋποθέσεις της εμπειρικής αντίληψης -ο χώρος και ο χρόνος είναι αρχές, δεν προκύπτουν από αφαίρεση ή σύνθεση, αφού έχουμε πρώτα συγκρίνει επιμέρους "διαστήματα" και "διάρκειες".
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι καθετί που αντιλαμβανόμαστε κατασταλάζει στον νου, "παραλαμβάνεται" από την καθαρή νόηση, αφού διαμορφωθεί από το ιδιότυπο "φίλτρο" των δύο προϋποθέσεων της αντίληψης. Επομένως γνωρίζουμε τα πράγματα μόνο ως οργανωμένα από τον νου μας φαινόμενα και όχι όπως μπορεί να είναι πραγματικά καθεαυτά.
Αντίθετα με ό,τι πίστευαν οι παλαιότεροι ορθολογιστές φιλόσοφοι, ο ορθός λόγος δε μας παρέχει a priori θεωρητική γνώση για τα πράγματα καθεαυτά, για τη βαθύτερη υφή του κόσμου, για την ύπαρξη του Θεού ή την αθανασία της ψυχής. Αυτός ο περιορισμός είναι προφανώς και το τίμημα για την εξασφάλιση της συνεργασίας εμπειρίας και ορθού λόγου, ο οποίος παρέχει βέβαιη γνώση μόνο για τη δομή του κόσμου των φαινομένων. Για τον Καντ η φιλοσοφική αναζήτηση δεν μπορεί να είναι υπερβατική, δηλαδή να προχωρεί με τη βοήθεια του λόγου πέρα από τα όρια της δυνατής ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά μόνο υπερβατολογική, δηλαδή να διερευνά τις αναγκαίες συνθήκες αυτής της εμπειρίας.
H συνεργασία εμπειρίας και ορθοΰ λόγου έχει εξασφαλιστεί ακριβώς επειδή οι εποπτείες – ως προϊόντα αντίληψης ήδη επεξεργασμένα, προϊόντα με "νοητική σφραγίδα" – είναι πλέον προσιτές στη διαχείριση των νοητικών μας λειτουργιών. Τις βασικές αυτές λειτουργίες εκφράζουν "καθαρές", αφηρημένες έννοιες, που ο Καντ αποκαλεί κατηγορίες της νόησης.
Οι γενικότερες κατηγορίες είναι ακριβώς εκείνες των οποίων την προέλευση δεν μπορούσαν να εξηγήσουν οι εμπειριστές, και γι? αυτό δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν σωστά το γεγονός της απόκτησης της γνώσης.
Πρόκειται για τις καθαρές έννοιες της ποσότητας, της ποιότητας, της σχέσης και του τρόπου (όπως η ουσία, η αιτία, η ενότητα κτλ.), που λειτουργούν ως "θυρίδες" στις οποίες εντάσσονται οι εποπτείες ανάλογα με την απόδοση χαρακτηριστικών στα πράγματα που παρατηρούμε μέσα στον χώρο και τον χρόνο.
H "συμπληρωματικότητα" αυτή εποπτειών και κατηγοριών σφραγίζει την καντιανή σύνθεση ορθολογισμού και εμπειρισμού. Θα μπορούσαμε να τονίσουμε την αναγκαιότητα της χαρακτηρίζοντας, μεταφορικά, την εμπειρία "τυφλή" (συγκεχυμένη και ασύντακτη) χωρίς τη νόηση και "κενή" χωρίς την εμπειρία.
H καντιανή αυτή προσέγγιση, παρά τις επιμέρους δυσκολίες της και τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί από μεταγενέστερους φιλοσόφους, αποτελεί την αφετηρία για κάθε νεότερη προσπάθεια συνθετικής αντιμετώπισης γνωσιολογικών προβλημάτων.
Στις μέρες μας υπάρχουν ακόμη διάφοροι εκπρόσωποι λιγότερο ή περισσότερο καθαρών ορθολογιστικών και εμπειριστικών θεωρήσεων, κυρίως στον χώρο της φιλοσοφίας των μαθηματικών και σε εκείνον της φιλοσοφίας των φυσικών επιστημών αντίστοιχα. Ωστόσο, κανείς δεν υποτιμά τα διδάγματα που μπορούμε να αποκομίσουμε από το καντιανό φιλοσοφικό εγχείρημα.
Τύχη ή Βεβαιότητα; Η διαλεκτική της θεωρίας του Χάους
Από την πρώτη κιόλας εμφάνιση του ανθρώπου στη γη, οι έννοιες της τάξης και του χάους, του προβλέψιμου και του απρόβλεπτου, του καθοριστικού και του τυχαίου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη φύση γύρω του. Όλοι σχεδόν οι μέχρι σήμερα γνωστοί πολιτισμοί περιείχαν θεότητες που εκπροσωπούσαν την τάξη ή τη δημιουργία και το χάος ή την άβυσσο, το άμορφο κενό. Στην Αρχαία Ελλάδα, όπου λατρεύτηκε με τον δυϊσμό Απόλλωνα-Διονύσου η λογική και το όνειρο, η διαύγεια και η μέθη έζησε και ο Αριστοτέλης ο οποίος επιχείρησε με το έργο του να δείξει ότι η φύση – έμψυχη ή άψυχη- διέπεται από αιτιοκρατικούς νόμους και λειτουργεί σύμφωνα με κανόνες που ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει και ίσως να χρησιμοποιήσει προς όφελός του.
Η Αριστοτέλεια λογική επηρέασε την Ευρωπαϊκή διανόηση για πολλούς αιώνες. Μετά μάλιστα από την τόσο επιτυχή περιγραφή της κίνησης των ουρανίων σωμάτων από τους νόμους του Kepler και του Νεύτωνα, και μετά την εντυπωσιακή πρόοδο των επιστημών τον 17ο αιώνα, ο ντετερμινισμός, ή η αιτιοκρατική ερμηνεία του σύμπαντος, φαινόταν να ορθώνεται σαν ένα ακλόνητο οχυρό. Η κυριαρχία του ανθρώπινου νου πάνω στη φύση εμφανιζόταν αδιαμφισβήτητη.
Εκφράστηκε μάλιστα, στα 1814, από τον ίδιο τον Laplace με τον εξής χαρακτηριστικό τρόπο:
«Μια διάνοια που σε μια δεδομένη στιγμή θα γνώριζε όλες τις δυνάμεις που κινούν τη φύση και την αντίστοιχη κατάσταση των όντων που την αποτελούν, ενώ ταυτόχρονα θα ήταν τόσο ευρεία ώστε να αναλύει όλα τα δεδομένα, θα είχε την δυνατότητα να συμπεριλάβει σε ένα σχήμα τόσο τις κινήσεις των μεγαλυτέρων σωμάτων του σύμπαντος όσο και εκείνες των ελαχίστων ατόμων. Τίποτε δεν θα ήταν αβέβαιο γι’ αυτήν, το μέλλον και το παρελθόν θα ήταν πάντα παρόντα στα μάτια της».
Ο 19ος και ο 20ος αιώνας όμως ήρθαν να αποκαλύψουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο Boltzmann στη προσπάθειά του να συνδυάσει το Νευτώνειο μοντέλο με την επιστήμη της Θερμοδυναμικής, η ενδογενής αβεβαιότητα των νόμων της Κβαντομηχανικής και τέλος τα παράδοξα του Russell και το θεώρημα του Gödel, ήρθαν να καταφέρουν καίρια πλήγματα στην απόλυτη κυριαρχία του ντετερμινισμού και να κλονίσουν συθέμελα το αιτιοκρατικό οχυρό του Laplace.
Στο άρθρο αυτό θα περιγράψουμε πως, με την καθιέρωση της νέας επιστήμης της «Μη Γραμμικής Δυναμικής και του Χάους», ολοκληρώθηκε στα χρόνια μας η κατάρρευση του ντετερμινισμού ακόμα και στα πιο απλά συστήματα της Κλασσικής Φυσικής. Θα επιχειρήσουμε να δείξουμε πως τα μαθηματικά αποτελέσματα των Poincaré (τέλος του 19ου αιώνα), Smale (1967) και Ruelle και Takens (1973) οι αριθμητικοί υπολογισμοί Φυσικών όπως ο Lorenz και ο Feigenbaum αλλά και οι πειραματικές ανακαλύψεις πολλών άλλων, θεμελίωσαν επιστημονικά τις βασικές έννοιες της Χαοτικής Δυναμικής. Θα δούμε πως η θεωρία του Χάους συνδέει διαλεκτικά το προβλέψιμο και το απρόβλεπτο, το κανονικό και το τυχαίο, ανακαλύπτοντας τάξη μέσα στη χαοτική συμπεριφορά συστημάτων που περιγράφονται από ντετερμινιστικές μη γραμμικές εξισώσεις.
Έτσι θα οδηγηθούμε τελικά στο συμπέρασμα ότι και ο απόλυτος ντετερμινισμός αλλά και η απόλυτη τυχαιότητα δεν είναι παρά εξιδανικεύσεις, ακραίες και οριακές καταστάσεις που αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Το παιγνίδι της Φύσης και της Ζωής παίζεται κάπου ανάμεσα στην τύχη και τη βεβαιότητα σαν μία παρτίδα σκάκι: Οι κανόνες είναι γνωστοί και απλοί, οι διαφορετικοί συνδυασμοί όμως που επιτρέπονται είναι τόσο πολλοί, ώστε να προσδίδουν στον κόσμο γύρω μας μια θαυμαστή πολυπλοκότητα κινήσεων και μορφών που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να ελέγξουμε πλήρως.
Ίσως η πιο σημαντική συμβολή της Θεωρίας του Χάους να είναι η συνειδητοποίηση ότι όσο βαθύτερα κατανοούμε τη Φύση και τη Ζωή, τόσο θα συναντάμε εκπλήξεις και απρόοπτα, μαζί με νέες προκλήσεις και ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπίζουμε συνεχώς σε μία συναρπαστική αλληλουχία χωρίς τέλος…
Τύχη ή Βεβαιότητα ;
Η πρώτη αναφορά στον όρο «χάος» στην Ελληνική ιστορία γίνεται από τον Ησίοδο, τον 8ο αιώνα π.χ., στο έργο του «Θεογονία», με την έννοια του «κενού» που υπήρχε στον κόσμο πριν δημιουργηθεί η Γη. Από το χάος, σύμφωνα με τον Ησίοδο, προήλθε η Νεφέλη και το Σκότος αλλά και η Ημέρα και ο Αιθέρας.
Έτσι η έννοια του χάους δεν περιορίσθηκε στο κενό και την ανυπαρξία αλλά αποτέλεσε και την κοιτίδα της δημιουργίας, την γενεσιουργό αιτία για την ύπαρξη και την εξέλιξη του «καινούργιου» και του «ζωντανού». Η διαλεκτική της απουσίας (ως αβεβαιότητα) και της παρουσίας (ως σιγουριά) είχε γεννηθεί! Δύσκολα θα βρει κανείς στην ιστορία της ανθρωπότητας πολιτισμό που να μην έχει αναπτύξει, ως μια από τις θεμελιώδεις αρχές του, τον δυϊσμό ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη δημιουργία και την καταστροφή. Αυτό συνήθως γίνεται υπό τη μορφή ενός ζεύγους θεοτήτων:
Οι θεοί Nut και Ra συμβόλιζαν αντιστοίχως την άβυσσο και τον ήλιο για τους αρχαίους Αιγυπτίους ενώ το Yin και το Yang αντιπροσώπευαν τον ουρανό (χάος) και την γη (τάξη) για τους Κινέζους. Τέλος ο Βισνού, θεότητα της τάξης, λατρεύεται ακόμα και σήμερα στην Ινδία, σε αντιδιαστολή με τον Σίβα, θεό της καταστροφής αλλά με την προϋπόθεση της γέννησης του καινούργιου.
Φυσικά δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο στην Αρχαία Ελλάδα που έδωσαν θεϊκή οντότητα στις έννοιες της τάξης-λογικής και της αταξίας-μέθης αντιστοίχως. Με το έργο του Αριστοτέλη όμως, τον 4ο αιώνα π.χ., προβάλλεται και υποστηρίζεται τελικά η άποψη ότι η φύση και η ζωή διέπονται από τάξη και αιτιοκρατικούς κανόνες που ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να προσπαθήσει να κατανοήσει.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι το πρωταρχικό ερώτημα που έκανε τον άνθρωπο, από καταβολής κόσμου, να προβληματισθεί σχετικά με τους νόμους και την προβλεψιμότητα της φύσης, ήταν η κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Κατ’ αρχάς η περιοδικότητα της ανατολής και της δύσης, του ήλιου και των τροχιών της σελήνης, αλλά και των αστέρων στον ουρανό, εδραίωσε την πίστη του ανθρώπου στην αιτιοκρατία.
Γεγονότα όπως η πρόβλεψη της έκλειψης ηλίου από τον Θαλή τον Μιλήσιο κατά τη διάρκεια μιας μάχης μεταξύ Λυδών και Μήδων το 585 π.χ., δημιούργησαν την πεποίθηση ότι με μαθηματικούς υπολογισμούς και επιστημονικές μετρήσεις, το μέλλον του ανθρώπου στη γη θα μπορούσε να προβλεφθεί με ακρίβεια.
Χρειάστηκε να περάσουν 2000 χρόνια για να φτάσουμε στην εποχή του Κοπέρνικου, ο οποίος, το 1473, βελτίωσε σημαντικά το μοντέλο του Πτολεμαίου για την αναπαράσταση των τροχιών των πλανητών του ηλιακού συστήματος. Όμως, η πιο σημαντική πρόοδος στο θέμα αυτό έγινε το 1596 από τον Kepler, ο οποίος πρότεινε το σχήμα της έλλειψης για τις πλανητικές τροχιές μέσω του οποίου εξηγήθηκαν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια οι αποκλίσεις του μοντέλου του Κοπέρνικου από τις μέχρι τότε γνωστές αστρονομικές παρατηρήσεις.
Τέλος, η ιδιοφυία του μεγάλου Isaac Newton (1642-1727) ήρθε να αποδείξει, στο πρόβλημα της βαρυτικής έλξης, την ύπαρξη φαινομενικά απλών μαθηματικών εξισώσεων που περιγράφουν παγκόσμιους νόμους. Οι νόμοι αυτοί διέπουν από την κίνηση ενός μήλου που πέφτει στη γη μέχρι τις τροχιές των πιο απομακρυσμένων αστέρων του σύμπαντος. Το μήνυμα του Νεύτωνα ήταν ξεκάθαρο: Δώστε μου τις σωστές μαθηματικές εξισώσεις και τις κατάλληλες αρχικές συνθήκες και θα σας περιγράψω με ακρίβεια τη κίνηση ενός συστήματος μαζών υπολογίζοντας το μέλλον και το παρελθόν του για όσο μεγάλο χρονικό διάστημα θέλετε. Και πράγματι οι επιτυχίες των Μαθηματικών στην περιγραφή φυσικών φαινομένων άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη, με εντυπωσιακούς ρυθμούς, τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα: Ο L. Euler εφαρμόζει τον Απειροστικό Λογισμό στη Μαθηματική Φυσική και λύνει ένα μεγάλο αριθμό προβλημάτων της Μηχανικής και της Υδροδυναμικής. Ο D’ Alembert λύνει το πρόβλημα της παλλόμενης χορδής μέσω Μερικών Διαφορικών Εξισώσεων, ο D. Bernoulli αναλύει την μουσική και τους ήχους ως υπερθέσεις ημιτονοειδών ταλαντώσεων, ο J. L. Lagrange κάνει μεγάλη πρόοδο στην επιστήμη της Ακουστικής, ενώ ο J. Fourier επιτυγχάνει να περιγράψει σωστά το πρόβλημα της ροής θερμότητας.
Ένας μετά τον άλλον, οι κλάδοι της Φυσικής αρχίζουν να υποτάσσονται στον έλεγχο μαθηματικών μεθόδων. Η ελαστικότητα μελετείται αποτελεσματικά από τους Laplace και Poisson, η Υδροδυναμική και η Ηλεκτροστατική ενοποιούνται υπό τη μαθηματική θεωρία Πεδίων Δυναμικού και ο Ηλεκτρομαγνητισμός παρουσιάζεται με άψογη κομψότητα υπό το ενιαίο πλαίσιο των εξισώσεων του Maxwell.
Μέσα στον ενθουσιασμό και την ευφορία που προκάλεσαν οι εντυπωσιακές αυτές ανακαλύψεις, μια μικρή ανησυχητική «λεπτομέρεια» φαίνεται ότι πέρασε στο περιθώριο: Οι περισσότερες διαφορικές εξισώσεις που περιγράφουν ρεαλιστικά τα ως άνω φυσικά φαινόμενα είναι μη γραμμικές και επομένως πολύ δύσκολο έως αδύνατο να επιλυθούν αναλυτικά εκτός από πολύ λίγες περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό, οι επιστήμονες αναγκαζόντουσαν να καταφύγουν σε γραμμικοποιήσεις και σημαντικές απλουστεύσεις των προβλημάτων τους, οι οποίες μπορούσαν να δώσουν ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Η αναγκαιότητα της αντιμετώπισης μη επιλύσιμων εξισώσεων δεν είχε προκύψει ακόμα.
Έτσι φτάνουμε στην περίφημη ρήση του Pierre Simon de Laplace, to 1814, που περιέχεται στο έργο του «Φιλοσοφικά Δοκίμια επί των Πιθανοτήτων», και την οποία διατυπώσαμε στην Εισαγωγή του παρόντος άρθρου. Η ρήση αυτή αποτελεί την αποθέωση του ντετερμινισμού και σηματοδοτεί μία από τις σοβαρότερες απόπειρες να αναδειχθεί η αιτιοκρατία σε αποφασιστικό παράγοντα στην προσπάθειά του ανθρώπου να ερμηνεύσει τη φύση και τη ζωή. Αυτή η αναγωγική και μηχανιστική αντίληψη για τη λειτουργία της φύσης κυριάρχησε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, οπότε εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι θεωρίες του L. Boltzmann για την Θερμοδυναμική θεώρηση της χρονικής εξέλιξης φυσικών συστημάτων όπως τα αέρια, που αποτελούνται από δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων μόρια ή άτομα.
Ο βασικός στόχος του Boltzmann ήταν να εξηγήσει, βάσει των νόμων της Κλασσικής Μηχανικής, πως είναι δυνατόν ένα αέριο να φτάσει σε μία κατάσταση ισορροπίας, όπου τα μόρια θα καταλαμβάνουν ομοιογενώς όλο το διαθέσιμο χώρο, σε μία κατανομή πλήρους αταξίας και «μοριακού χάους».
Δυστυχώς τα επιχειρήματα του Boltzmann συνάντησαν σοβαρότερες αντιρρήσεις από πολλούς φυσικούς της εποχής του, οι οποίες συνίσταντο κυρίως στα εξής:
Αν η ισορροπία είναι το «μοιραίο» επακόλουθο της δυναμικής του αερίου, τότε, αντέτειναν οι αντίπαλοί του, αν αντιστρέφαμε τις ταχύτητες όλων των μορίων, αυτά θα έπρεπε πάλι να κινηθούν προς την ομοιογενή κατανομή. Όμως οι εξισώσεις της Κλασσικής Μηχανικής είναι αναλλοίωτες υπό την αντιστροφή του χρόνου και έτσι μία αλλαγή ταχυτήτων σαν αυτή που αναφέραμε θα οδηγούσε τα μόρια πίσω στην αρχική τους κατάσταση, αντί στην ισορροπία. Επί πλέον, αυτή η ιδιότητα της αντιστρεψιμότητας δείχνει ότι οι εξισώσεις δεν διακρίνουν μεταξύ της «έμπροσθεν» και «όπισθεν» φοράς του χρόνου, και επομένως δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το μέλλον από το παρελθόν, όπως απαιτούσε η θεώρηση του Boltzmann. Μία άλλη σοβαρή αντίρρηση επίσης βασίστηκε στο γεγονός ότι οι νόμοι της Μηχανικής που χρησιμοποίησε ο Boltzmann, υπονοούν ότι μετά από μεγάλα χρονικά διαστήματα το αέριο θα επανέρχεται όσο κοντά θέλουμε στην αρχική κατάσταση, πράγμα που αποκλείει την σταθεροποίησή του για πάντα στην ομοιογενή ισορροπία που ήθελε να αποδείξει ο Boltzmann.
Έτσι η Επιστήμη της Φυσικής και συγκεκριμένα η Στατιστική Φυσική εισήλθε στον 20ο αιώνα συνοδευόμενη από ένα πολύ σοβαρό παράδοξο: Πως θα ήταν δυνατόν να συμβιβαστούν οι νόμοι της Θερμοδυναμικής (όπως π.χ. ο 2ος νόμος της συνεχώς αυξανόμενης αταξίας ενός κλειστού συστήματος) με τους νόμους της Κλασσικής Μηχανικής; Πως μεταβαίνουμε από την αντιστρέψιμη δυναμική των 2-3 σωμάτων στην στατιστική μελέτη των δισεκατομμυρίων μορίων ενός αερίου;
Χωρίς να το ξέρει ούτε ο Boltzmann, που αυτοκτόνησε από κατάθλιψη στα 1906, ούτε πολλοί από τους επικριτές του, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είχε ήδη δοθεί λίγο πριν την εκπνοή του 19ου αιώνα από τον μεγάλο Γάλλο Μαθηματικό Henri Poincarè.
Ο Poincaré, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα 3 σωμάτων, Γη, Ήλιος και Σελήνη, που είχε τεθεί το 1887 με έπαθλο 2500 κορώνες από τον Βασιλιά Όσκαρ της Σουηδίας, ανακάλυψε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: ότι δηλαδή, οι εξισώσεις της Κλασσικής Μηχανικής, για το πρόβλημα αυτό, ήταν αδύνατον να λυθούν αναλυτικά με τις ως τότε γνωστές μαθηματικές μεθόδους!
Ο Poincaré κέρδισε το έπαθλο, αλλά η ανακάλυψη που είχε κάνει ήταν πολύ πιο σημαντική και θεμελιώδης από την απόδειξη της μη επιλυσιμότητας του προβλήματος των τριών σωμάτων: Ουσιαστικά αυτό που απέδειξε ο Poincarè ήταν ότι ακόμα και στα πιο απλά προβλήματα της Μηχανικής και της Αστρονομίας, διαθέτουν στο χώρο φάσεων τους (*) περιοχές όπου οι λύσεις (ή τροχιές) εξαρτώνται εξαιρετικά ευαίσθητα από την επιλογή των αρχικών συνθηκών.
(*) Χώρος φάσεων είναι ο χώρος όλων των δυνατών θέσεων και ταχυτήτων ενός συστήματος της Κλασσικής Μηχανικής.
Αυτό σημαίνει, με δύο λόγια, ότι ακόμα και τα απλούστερα ντετερμινιστικά συστήματα της Φυσικής που περιγράφονται από μη γραμμικές εξισώσεις και κινούνται σε ένα χώρο φάσεων 3 τουλάχιστον διαστάσεων, έχουν περιοχές όπου οι τροχιές τους είναι έντονα ασταθείς, ώστε ακόμα και ελάχιστες αλλαγές στην αρχική κατάσταση οδηγούν σε τεράστιες αλλαγές στην εξέλιξη της κίνησης. Οι περιοχές αυτές ονομάσθηκαν, 70 χρόνια αργότερα, χαοτικές και η έντονη αστάθεια που τις χαρακτηρίζει, χάος.
Έτσι, η αβεβαιότητα του προσδιορισμού της δυναμικής έκανε την εμφάνισή της με φυσιολογικό και συγκεκριμένο τρόπο, σε φυσικά συστήματα που θα τα χαρακτηρίζαμε απολύτως αιτιοκρατικά. Ο ντετερμινισμός του Laplace, με την έννοια της δυνατότητας πρόβλεψης της δυναμικής για απεριόριστο χρόνο στο μέλλον (ή το παρελθόν) δέχτηκε ένα καίριο πλήγμα, από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ.3. Η Θεωρία του Χάους
Έπρεπε βέβαια να περάσουν πολλά χρόνια προτού γίνουν ευρέως κατανοητές οι ανακαλύψεις του Poincare και η σημασία τους για τη Φυσική και τις άλλες εφαρμοσμένες επιστήμες. Ένας από τους πρώτους που διαισθάνθηκαν την απήχηση των αποτελεσμάτων του Poincare και τα επέκτειναν σε δυναμικά συστήματα διακριτού χρόνου που περιγράφονται από αλγεβρικές, μη γραμμικές απεικονίσεις, ήταν ο Αμερικανός Μαθηματικός G. D. Birkhoff.
Οι εργασίες του Birkhoff, στη δεκαετία του 1920, έδειξαν περίτρανα ότι οι ανακαλύψεις του Poincare δεν περιοριζόντουσαν μόνο στον κλάδο των διαφορικών εξισώσεων. Ακόμα και απλές εξισώσεις διαφορών (απεικονίσεων) που χρησιμοποιούνται συχνά για τη μοντελοποίηση βιολογικών ή οικονομικών συστημάτων μπορούν να εμφανίσουν πλούσια και πολύπλοκη συμπεριφορά που δεν επιδέχεται αναλυτική λύση μέσω γνωστών μεθόδων. Όμως η επόμενη σημαντική εξέλιξη στην ανάπτυξη της θεωρίας του Χάους επρόκειτο να καθυστερήσει λίγες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, χρειάστηκε να εμφανισθεί στο προσκήνιο στα 1960 περίπου ο μεγάλος Αμερικανός τοπολόγος S. Smale για να γίνει κατανοητή σε όλο της το μεγαλείο η θεωρία του Poincarè. Χρησιμοποιώντας απλά γεωμετρικά παραδείγματα, ο Smale έδειξε ότι ένα μεγάλο πλήθος δι-διάστατων αιτιοκρατικών απεικονίσεων εμπεριέχουν λύσεις με ιδιότητες τόσο τυχαίες, όσο και η ρίψη ενός νομίσματος ή το παιγνίδι της ρουλέτας!
Τα συμπεράσματα του Smale γενικεύθηκαν από τους Μαθηματικούς Φυσικούς D. Ruelle (Γαλλία) και F. Takens (Ολλανδία) το 1973, ενώ η πειραματική τους επαλήθευση σε εργαστηριακές μελέτες της χαοτικής κίνησης υγρού ανάμεσα σε δύο περιστρεφόμενους κυλίνδρους, δημοσιοποιήθηκε 2 χρόνια αργότερα από τους Αμερικανούς Φυσικούς J. Gollub και H. Swinney.
Εν τω μεταξύ, το 1963, ο Αμερικανός μετεωρολόγος E. Lorenz δημοσίευσε μία πολύ σημαντική εργασία στην οποία περιέγραφε την εκπληκτική διαπίστωση ότι οι λύσεις ενός απλού ντετερμινιστικού μοντέλου 3 διαφορικών εξισώσεων, αν και διακρίνονται από τη γνωστή ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες που αναφέραμε πιο πάνω, τελικά συγκεντρώνονται όλες σε ένα πολύπλοκο σύνολο στο χώρο των φάσεων που ονομάσθηκε παράξενος ή χαοτικός ελκυστής.
Ο ελκυστής του Lorenz παρουσιάζει μία τόσο σύνθετη δομή υπό συνεχείς μεγεθύνσεις, που δίνει την εντύπωση ότι εκτείνεται πέραν των 2 διαστάσεων, χωρίς όμως και να «γεμίζει» ένα τμήμα του 3-διάστατου χώρου. Σήμερα, ξέρουμε ότι το αντικείμενο αυτό έχει διάσταση περίπου 2.1 και ανήκει στην κατηγορία των φράκταλς, αυτών των απείρως πολύπλοκων συνόλων, τα οποία σίγουρα θα γνωρίζει ο αναγνώστης, από τις τόσο όμορφες έγχρωμες εικόνες τους που συναντάμε καθημερινά στη βιβλιογραφία.
Τέλος, σε όλα αυτά, πρέπει να προσθέσουμε και την πολύ σημαντική ανακάλυψη του Αμερικανού Μαθηματικού Φυσικού M. Feigenbaum, ο οποίος απέδειξε με τη βοήθεια απλών μη γραμμικών απεικονίσεων, το 1977, την δυνατότητα μετάβασης στο χάος, μέσω μιας ακολουθίας διακλαδώσεων με «παγκόσμια» χαρακτηριστικά. Η μεγάλη σημασία της ανακάλυψης του Feigenbaum αποκαλύφθηκε 2 χρόνια αργότερα στα 1979, όταν οι Γάλλοι Φυσικοί A. Libchaber και M. Maurer, επιβεβαίωσαν πειραματικά ότι κατά την αυξανόμενη θέρμανση ενός λεπτού στρώματος υγρού, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μετάβαση στο χάος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τις ίδιες παγκόσμιες σταθερές που προέβλεπε η θεωρία του Feigenbaum.
Σήμερα, μετά και τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις της γεωμετρίας των φράκταλς, βρισκόμαστε μπροστά στην εδραίωση μιας νέας κατεύθυνσης στον χώρο των επιστημών που λέγεται Επιστήμη της Πολυπλοκότητας. Το ένα της σκέλος αφορά στο «χάος», ως πολύπλοκη και απρόβλεπτη εξέλιξη της δυναμικής μη γραμμικών συστημάτων στο χρόνο, και το άλλο στα «φράκταλς», ως πολύπλοκες μορφές στο χώρο που εμφανίζουν ιδιότητες αυτο-ομοιότητας υπό αλλαγή κλίμακας, όπως αυτό της φτέρης του Barnsley που δείχνουμε στο κάτωθι σχήμα.
Εικόνα 1. Η φτέρη του Barnsley. Προσέξτε την αυτο-ομοιότητα μεταξύ του μεγάλου μίσχου και της αλληλουχίας των μικρότερων που βρίσκονται επάνω του.
Γνωρίζουμε επίσης ότι πολλά (τα περισσότερα ίσως) φυσικά, βιολογικά και οικονομικά συστήματα που μελετάμε δεν είναι ούτε απολύτως προβλέψιμα, ούτε εντελώς τυχαία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι οι κλιματικές αλλαγές, η λειτουργία της καρδιάς, οι σεισμοί, οι διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου και τόσα άλλα, είναι χαοτικά φαινόμενα που διέπονται από ένα πολύ μικρότερο αριθμό μεταβλητών (3-5) από ότι ίσως θα φανταζόμαστε.
Επιπλέον σήμερα είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε και το ποσοστό του «θορύβου» ή «τυχαιότητας» που υπάρχει στα δεδομένα ενός συστήματος σχετικά με την αντίστοιχη συμβολή της αιτιοκρατικής δυναμικής. Αν το ποσοστό αυτό είναι χαμηλό, τότε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη μεθοδολογία του χάους για να βελτιώσουμε τη δυνατότητα πρόβλεψης και ελέγχου που διαθέτουμε για τα συστήματα αυτά.
Ακόμα όμως και αν υποθέταμε ότι οι εξισώσεις που τα διέπουν είναι απολύτως ντετερμινιστικές, χωρίς ίχνος θορύβου, πάλι θα ήταν αδύνατον να προβλέψουμε την χαοτική τους εξέλιξη για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στατιστικά, θα γνωρίζαμε που βρίσκονται, αφού μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη θέση και το μέγεθος των χαοτικών περιοχών στο χώρο των φάσεων. Για κάθε συγκεκριμένη αρχική κατάσταση όμως, η ενδογενής αβεβαιότητα του χάους δεν θα μας επέτρεπε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της δυναμικής για μεγάλα διαστήματα στο χρόνο.
4. Συμπεράσματα
Είναι γεγονός ότι ο αιώνας μας σημαδεύτηκε από μία σειρά συγκλονιστικών επιστημονικών ανακαλύψεων: Η ντετερμινιστική θεωρία της Γενικής Σχετικότητας του Einstein και οι μετέπειτα εφαρμογές και πειραματικές της επαληθεύσεις μας αποκάλυψαν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την έκταση, την ηλικία και το μέλλον του σύμπαντος.
Από την άλλη μεριά, η πιθανοκρατική θεωρία της Κβαντομηχανικής με τους νόμους της αβεβαιότητας που την διέπουν μας φανέρωσε τα μυστικά της δομής της ύλης και των λειτουργιών του μικρόκοσμου των στοιχειωδών σωματιδίων. Καμία άλλη επιστήμη όμως δεν πραγματοποίησε τόσο εντυπωσιακά άλματα όσο η Βιολογία και συγκεκριμένα ο κλάδος της Γενετικής: Αποκαλύπτοντας τη δομή του DNA και τον ρόλο των γονιδίων στο εσωτερικό του κυττάρου, μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη συγκεκριμένων κανόνων διάταξης των βάσεων στη διπλή έλικα, τελικά η ζωή δοκιμάζει, ως ένα βαθμό τυχαία, διαφορετικούς συνδυασμούς γονιδίων, επιλέγοντας τελικά αυτόν που είναι περισσότερο ανθεκτικός στις περιβαλλοντικές συνθήκες.
Όμως, στον αιώνα μας δεν έλειψαν και οι εντυπωσιακές ανακαλύψεις στο χώρο των Μαθηματικών: Στις αρχές του 1900, ο Αγγλος Μαθηματικός και Φιλόσοφος Bertrand Russel κλόνισε συθέμελα το οικοδόμημα της Συνολοθεωρίας, προτείνοντας παραδείγματα συνόλων για τα οποία ήταν αδύνατο να απαντηθούν βασικά ερωτήματα, όπως π.χ. το αν ανήκαν ή όχι στον εαυτό τους.
Το θέμα επίσης της πληρότητας και αυτοσυνέπειας μιας μαθηματικής θεωρίας έθιξε και ο ιδιοφυής Αυστριακός Μαθηματικός K. Gödel, μέσω μιας σειράς εκπληκτικών θεωρημάτων που απέδειξε γύρω στα 1930. Το κύριο αποτέλεσμα του Gödel ήταν ότι υπάρχουν μαθηματικές θεωρίες οι οποίες είναι αδύνατον να είναι πλήρεις και συγχρόνως συνεπείς με τον εαυτό τους. Ετσι, διατυπώνοντας μια θεωρία υπό τη μορφή αλγόριθμου, ο οποίος σταματάει ανάλογα με το αν έχει βρεθεί λύση ή όχι η λύση του προβλήματος, είναι δυνατόν να μην μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε με απόλυτη σιγουριά αν ο αλγόριθμος τελικά τερματίζεται ή όχι!
Συμπεραίνουμε λοιπόν από τα παραπάνω ότι, σε όλες τις βασικές έννοιες των θετικών επιστημών, η τύχη και η βεβαιότητα συνυπάρχουν, χωρίς να είναι δυνατόν πάντα να τις διαχωρίσουμε πλήρως. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το πρώτο βήμα του επιστήμονα είναι να προσδιορίσει το ποσοστό της τύχης, σε σχέση με αυτό της βεβαιότητας, ώστε να αποφανθεί μέχρι ποιο σημείο θα ήταν δυνατόν να βελτιωθεί η δυνατότητα πρόβλεψης του συγκεκριμένου φαινομένου. Η διαλεκτική αυτή μεταξύ βεβαιότητας και τύχης γίνεται ολοφάνερη στην Επιστήμη της Πολυπλοκότητας και ειδικότερα στη θεωρία του Χάους: Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε εδώ, η θεωρία αυτή ήρθε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη Στατιστική και την Κλασσική Μηχανική. Επισημαίνοντας την ενδογενή αστάθεια που χαρακτηρίζει ευρείες περιοχές στο χώρο των φάσεων, το χάος μας αποκάλυψε την αναγκαιότητα μιας στατιστικής ανάλυσης της δυναμικής στις εν λόγω χαοτικές περιοχές.
Έτσι μάθαμε ότι η «αβεβαιότητα» και το «τυχαίο» δεν είναι εξωτερικοί παράγοντες που χρειάζεται να εισαγάγουμε τεχνητά στις εξισώσεις μας, για να μιμηθούμε την τάση προς την ισορροπία που εμφανίζουν τα συστήματα της Θερμοδυναμικής. Είναι βασικοί συντελεστές που είναι παρόντες μέσα στις χαοτικές περιοχές και το αν τελικά θα επηρεάσουν ή όχι τη δυναμική θα εξαρτηθεί από την επιλογή των αρχικών συνθηκών.
Καταλήγοντας λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι, με το τέλος του 20ου αιώνα φτάσαμε στην απάντηση της διαφοράς ανάμεσα στη Στατιστική και την Κλασσική Μηχανική και την κατανόηση της διάκρισης ανάμεσα στην τυχαιότητα και τον ντετερμινισμό: Φαίνεται ότι ο κόσμος μας είναι κατά κύριο λόγο αιτιοκρατικός και περιγράφεται από ντετερμινιστικά συστήματα εξισώσεων, η ομορφιά του όμως και τα απρόοπτα και γοητευτικά μυστικά του δεν θα λείψουν ποτέ αφού θα είναι πάντοτε κρυμμένα μέσα στις χαοτικές περιοχές της μη γραμμικής μαθηματικής περιγραφής του.
Του Τάσου Μπούντη στην ιστοσελίδα http://thalesandfriends.org/
Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
η 6η αισθηση
| |
Φανταστείτε ότι περπατάτε άσκοπα στην πόλη και ξαφνικά συνειδητοποιείτε ότι βρεθήκατε σ' έναν άγνωστο δρόμο. Γύρω σας βλέπετε μόνο ύποπτα πρόσωπα, με μάλλον εχθρικές διαθέσεις.
Νιώθετε ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο. Και, επιπλέον, ότι ξένα μάτια σάς καρφώνουν πισώπλατα. Θέλετε να φύγετε αμέσως από κει και να βρεθείτε στο κέντρο τής πόλης. Μπορείτε όμως να εμπιστευτείτε την αίσθηση προσανατολισμού σας; Και είναι πράγματι αλήθεια ότι κάποιος σας κοιτάζει εχθρικά;
Νιώθετε ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο. Και, επιπλέον, ότι ξένα μάτια σάς καρφώνουν πισώπλατα. Θέλετε να φύγετε αμέσως από κει και να βρεθείτε στο κέντρο τής πόλης. Μπορείτε όμως να εμπιστευτείτε την αίσθηση προσανατολισμού σας; Και είναι πράγματι αλήθεια ότι κάποιος σας κοιτάζει εχθρικά;
Μόνο πρόσφατα οι νευροεπιστήμονες σε όλο τον κόσμο άρχισαν να επικεντρώνουν τις έρευνές τους σ' αυτές τις μυστηριώδεις εκδηλώσεις τού νου, τις οποίες θα μπορούσαμε να περιγράψουμε συνολικά ως "έκτη αίσθηση". Να λοιπόν τι κατάφεραν ν' ανακαλύψουν μέχρι σήμερα για την ύπαρξη ή όχι μιας άλλης αίσθησης πέρα από τις πέντε γνωστές.
Η αίσθηση κινδύνου
Το DVD παίζει την Ψυχώ του Άλφρεντ Χίτσκοκ ή το Hellraiser του Κλάιβ Μπάρκερ ή τον Τρόμο στο Δρόμο με τις Λεύκες του Ουές Γκρέιβεν, ταινίες δηλαδή που μας εξασφαλίζουν τις πιο ανατριχιαστικές συγκινήσεις. Μάλιστα, μερικοί από μας αρκεί ν' ακούσουν το όνομα του Μπάρκερ ή του Γκρέιβεν για να νιώσουν αμηχανία ή φόβο. Πράγματι, οι παραπάνω σκηνοθέτες έχουν τη μοναδική ικανότητα να δημιουργούν εξοντωτικές σκηνές τρόμου, χρησιμοποιώντας επιδέξια όλα τα εκφοβιστικά στοιχεία που τους παρέχει η κινηματογραφική τέχνη: σοκαριστικό μοντάζ, παράξενους ήχους, υποβλητική ατμόσφαιρα, σπέσιαλ εφέ κ.ο.κ. Ουσιαστικά εκμεταλλεύονται όλους τους αυτόματους και υποσυνείδητους ψυχολογικούς μηχανισμούς που μας προκαλούν άγχος, φόβο ή πανικό. Από βιολογικής σκοπιάς, αυτοί οι ψυχολογικοί μηχανισμοί είναι εξαιρετικά χρήσιμοι. Το να αισθανόμαστε φόβο είναι σε ορισμένες περιπτώσεις ένα ωφέλιμο και, μερικές φορές, σωτήριο συναίσθημα, το οποίο σχεδόν πάντα θα πρέπει να εμπιστευόμαστε. Στην ιστορία τού είδους μας, ο φόβος αποδείχθηκε απαραίτητος για την επιβίωσή μας και μας βοηθά να βγαίνουμε από πολύ επικίνδυνες καταστάσεις - αν, φυσικά, δεν εμφανίζεται αρκετά συχνά ή σε αδικαιολόγητες περιστάσεις. Τότε πρόκειται για σύμπτωμα παθολογικών καταστάσεων (φοβίες), οι οποίες πρέπει να θεραπευτούν από γιατρό.
Η διαίσθηση
Όμως πώς είναι δυνατό να νιώθουμε φόβο απλά και μόνο ακούγοντας κάποια μουσική ή παρακολουθώντας τις εκφράσεις των ηθοποιών, χωρίς δηλαδή να βιώνουμε οι ίδιοι μια επικίνδυνη κατάσταση; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο κομμάτι τής νοητικής μας ζωής εκτυλίσσεται έξω από τη σφαίρα τής συνείδησης. Κυριαρχείται από "διαισθήσεις", η ρίζα των οποίων βρίσκεται στα βαθύτερα στρώματα του νου. Η ορθολογική, επαγωγική σκέψη χρησιμοποιεί τη γλώσσα και στηρίζεται σ' αυτή. Οι άνθρωποι όμως άρχισαν να μιλούν περίπου πριν από 400 χιλιάδες χρόνια, ενώ ο Homo Habilis, από τον οποίο προερχόμαστε, έζησε πριν από 2,1 εκατομμύρια χρόνια. Για να επιβιώσει, διέθετε κυρίως την ικανότητα να διαισθάνεται τον κίνδυνο. Αυτό του επέτρεπε ν' αντιδρά ενστικτωδώς, με φυγή ή επίθεση, στην περίπτωση κινδύνου. Η γλώσσα, μάλιστα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τροχοπέδη στην έκφραση του κόσμου τής διαίσθησης. Η Νάνσι Έτκοφ, του Massachusets General Hospital στη Βοστόνη (ΗΠΑ), απέδειξε πρόσφατα ότι η γλώσσα εμποδίζει επίσης και την ικανότητά μας ν' αντιλαμβανόμαστε τα ψέματα. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Μια έρευνα που μόλις ολοκληρώθηκε αποκάλυψε ότι ασθενείς που πάσχουν από αισθητική αφασία, δηλαδή είναι ανίκανοι να κατανοήσουν το νόημα των λέξεων, μπορούν πολύ πιο εύκολα να εντοπίσουν τα ψέματα που προβάλλονται σε μια βιντεοσκοπημένη ταινία - εντόπισαν το 73% των ψεμάτων, ενώ οι φυσιολογικοί θεατές το 50%.
Η υπόγεια σκέψη
Πρέπει να εμπιστευόμαστε τη διαίσθησή μας; Στα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου, αναμφίβολα? όπως ο αρχιπυροσβέστης, που νιώθει "ότι κάτι δεν πάει καλά" και διατάζει την ομάδα του ν' απομακρυνθεί λίγα λεπτά πριν καταρρεύσει το δάπεδο ή ο γιατρός, ο οποίος, φαινομενικά αδικαιολόγητα, δίνει αντιβίωση σ' ένα νεογέννητο στη θερμοκοιτίδα, ενώ αμέσως μετά αυτό εκδηλώνει μια σοβαρή μόλυνση. Αυτή η συμπεριφορά τους δε βασίζεται σε "εξωαισθητήριες αντιλήψεις", αλλά σε "μη συνειδητές" αισθητηριακές αντιλήψεις, οι οποίες δεν ανέρχονται ποτέ στη σφαίρα τής συνείδησης.
Η ύπαρξη τέτοιου είδους αντιλήψεων έχει αποδειχθεί πειραματικά. Αν προβάλλουμε μία λέξη σε μια οθόνη για ένα ελάχιστο κλάσμα χρόνου (0,035 του δευτερολέπτου) ώστε να είναι αδύνατο να διαβαστεί συνειδητά, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τη "θυμόμαστε" τις επόμενες 24 ώρες. Με ανάλογο τρόπο, το έμπειρο αφτί τού πυροσβέστη συλλαμβάνει ακόμα και τον ελάχιστο τριγμό ή ο γιατρός που αναγνωρίζει αδιόρατες αλλαγές τής αναπνοής ή του χρώματος του βρέφους, αν και δεν έχουν το χρόνο ν' αντιληφθούν συνειδητά περί τίνος πρόκειται,. Συχνά λοιπόν διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ένας υπόγειος τρόπος σκέψης, ασυνείδητος και φαινομενικά αδικαιολόγητος ή άσκοπος. Ένας "εναλλακτικός" τρόπος σκέψης που έχει ελάχιστα μελετηθεί είναι ένα είδος νοητικής προβολής, η οποία σχετίζεται στενά με τη δημιουργικότητα. Ο διάσημος Λάινους Πόλινγκ, που ανακάλυψε τη θεωρία τού "χημικού δεσμού", ο Τζόνας Σολκ, που ανακάλυψε το εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας, και πολλοί άλλοι σημαντικοί επιστήμονες παραδέχτηκαν ότι το βραβείο Νόμπελ που κέρδισαν για τις πρωτότυπες ιδέες τους το χρωστούν σ' έναν αρχικά διαισθητικό τρόπο σκέψης. Κατόπιν, βέβαια, απαιτήθηκαν χρόνια ορθολογικής έρευνας για ν' αποδείξουν την αλήθεια της διαίσθησής τους.
Προσανατολισμός
Οι ικανότητες προσανατολισμού ορισμένων ζώων είναι θρυλικές. Τα αποδημητικά πουλιά κάνουν τεράστια ταξίδια καθοδηγούμενα από το μαγνητικό πεδίο τής Γης και διαθέτουν νευρικά κυκλώματα ικανά ν' αποτυπώνουν όλες τις αλλαγές προσανατολισμού τής πτήσης. Τι συμβαίνει όμως με τα θηλαστικά; Ο Τζέιμς Ρανκ, του State University της Νέας Υόρκης, μελετά την ανθρώπινη ικανότητα προσανατολισμού. Αφού κάλυψε τα μάτια σε μια ομάδα εθελοντών που ήταν καθισμένοι σε μια περιστρεφόμενη καρέκλα, τους ζήτησε να προσπαθήσουν να σταματήσουν, μετά από πολλές περιστροφές, στο σημείο εκκίνησης. Προς μεγάλη του έκπληξη ανακάλυψε ότι οι περισσότεροι, μετά από αρκετούς γύρους, ήταν σε θέση να σταματούν το σημείο εκκίνησης με απόκλιση μέχρι 30°. Πώς το καταφέρνουν; Πιθανόν χάρη σε κάποια κύτταρα του εγκεφάλου που λειτουργούν σαν πυξίδες και σε κάποια άλλα που ανασυγκροτούν τον τοπογραφικό χάρτη τού γύρω περιβάλλοντος. Μια σημαντική ομάδα νευροεπιστημόνων στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υπό τη διεύθυνση του Έντμουντ Ρολς, μελέτησαν λεπτομερώς τη λειτουργία τού ιππόκαμπου σε πιθήκους.
Αυτοί οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ο ιππόκαμπος, που θεωρείται αποθήκη των τοπολογικών αναμνήσεων του εγκεφάλου, περιέχει νευρώνες που ονομάζονται "κύτταρα του γεωγραφικού χάρτη ή NDR". Αυτοί οι νευρώνες ενεργοποιούνται αποκλειστικά όταν ο πίθηκος κοιτάζει προς μία και μόνο κατεύθυνση μέσα στο εργαστήριο. Κάποια άλλα κύτταρα (τα κύτταρα πυξίδες), που βρίσκονται στον κροταφικό λοβό, πάνω από το αφτί, ενημερώνουν τον υπόλοιπο εγκέφαλο προς ποια κατεύθυνση κοιτάζει το κεφάλι τού ζώου. Ένα απ' αυτά τα κύτταρα αναπαριστά το Βορρά και ενεργοποιείται όταν το κεφάλι τού ζώου στρέφεται προς το Βορρά. Άλλα κύτταρα αναπαριστούν τα υπόλοιπα σημεία τού χώρου. Υποθέτουν λοιπόν ότι το ζώο είναι ικανό να υπολογίζει τη θέση του συνδυάζοντας τις πληροφορίες που προέρχονται απ' αυτές τις δύο ομάδες κυττάρων - τα κύτταρα-πυξίδες κι εκείνα του τοπογραφικού χάρτη.
Άραγε τα ίδια ή παρόμοια κύτταρα καθοδηγούν και την "αίσθηση προσανατολισμού" στον άνθρωπο; Μάλλον ναι, όπως υποστηρίζει η Ιλέινορ Μαγκνάιβ, του ινστιτούτου νευρολογίας στο Λονδίνο. Μελετώντας τον εγκέφαλο των ταξιτζήδων του Λονδίνου, ανακάλυψε ότι όταν κινούνται στην πόλη ενεργοποιούν τον ιππόκαμπό τους, που είναι πιο αναπτυγμένος από εκείνον των άλλων επαγγελματιών. Το πώς ακριβώς λειτουργούν αυτά τα κύτταρα δεν είναι ακόμα γνωστό.
Ο έρωτας; Από τη μύτη πιάνεται...
Η μύτη των ζώων, από τα πτηνά έως τους πιθήκους, περιλαμβάνει εκτός από το όργανο της όσφρησης και το υνιορρινικό όργανο. Είναι ο δέκτης χημικών μηνυμάτων που ρυθμίζουν την αναπαραγωγική και την αμυντική συμπεριφορά. Τι ισχύει όμως για τον άνθρωπο; Όπως εξηγεί ο Μπάρι Κέρερν, του τμήματος ζωικής συμπεριφοράς στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, στην Αγγλία, "η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν εξαρτάται από ένα μόνο βιολογικό παράγοντα. Έτσι η αναπαραγωγική του συμπεριφορά είναι ανεξάρτητη από τις ορμόνες τού οίστρου, καθώς κι από τη μητρική συμπεριφορά. Ακόμα και τα ανατομικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός. Σ' ένα δείγμα 564 ενηλίκων, το 70% δεν είχε το υνιορρινικό όργανο". Όμως παρά τις αντίθετες ενδείξεις, κάποιοι επιστήμονες επιμένουν ότι και στον άνθρωπο η ερωτική έλξη εξαρτάται κυρίως από τη μύτη.
Η αίσθηση του χρόνου
"Υπάρχουν άτομα ικανά να ξυπνούν λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι", μας εξηγεί η Μάρθα Τζίλετε, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Ιλινόις (ΗΠΑ), ειδική στην έρευνα των βιολογικών ρολογιών. "Το πού ακριβώς εντοπίζεται αυτή η ικανότητα δεν το γνωρίζουμε. Υποψιάζομαι όμως ότι βασίζεται σε ενδείξεις που προκύπτουν από την ικανότητα του εσωτερικού μας ρολογιού να κρατά ένα ρυθμό 24 ωρών". Πράγματι, οι τελευταίες έρευνες αποδεικνύουν ότι οι βασικοί ρυθμοί τού σώματος, δηλαδή οι αλλαγές τής θερμοκρασίας και του κύκλου ύπνου-εγρήγορσης, ελέγχονται από τα γονίδιά μας. Όμως ο βασικός ωρολογιακός μηχανισμός, που ονομάζεται "υπερχιασματικός πυρήνας", βρίσκεται βυθισμένος στους δαιδάλους του εγκεφάλου μας και δεν είναι μεγαλύτερος από το κεφαλάκι μιας καρφίτσας.
Κυνηγοί φαντασμάτων
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)